Loading...

ΑΠΑΝΤΑ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ
ΟΠΟΙΟΣ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΟΘΕΙ ΝΑ ΔΥΝΑΜΩΣΗ

Ὅποιος τὸ πνεῦμα του ποθῇ νὰ δυναμώσῃ

Ὅποιος τὸ πνεῦμα του ποθῇ νὰ δυναμώσῃ,
νὰ βγῇ ἀπ' τὸ σέβας κι' ἀπὸ τὴν ὑποταγή.

Ἀπὸ τοὺς νόμους μερικοὺς θὰ τοὺς φυλάξῃ,
ἀλλὰ τὸ περισσότερο θὰ παραβαίνῃ
καὶ νόμους κ' ἔθιμα κι' ἀπ' τὴν παραδεγμένη
καὶ τὴν ἀνεπαρκοῦσα εὐθύτητα θὰ βγῇ.

Ἀπὸ ταὶς ἡδοναὶς πολλὰ θὰ διδαχθῇ.
Τὴν καταστρεπτικὴ δὲν θὰ φοβᾶται πρᾶξι.
Τὸ σπίτι τὸ μισὸ πρέπει νὰ γκρεμισθῇ.
Ἔτσι θ' ἀναπτυχθῇ ἐνάρετα στὴν γνῶσι.
Ὅποιος τὸ πνεῦμα του ποθῇ νὰ δυναμώσῃ.

Κωνσταντῖνος Καβάφης


Ἅπαντα τὰ ἔργα τοῦ Καβάφη




Τὰ Ἀνέκδοτα (1877-1923)

Τὰ Ἀποκηρυγμένα (1886-1898)






Τείχη

Χωρὶς περίσκεψιν, χωρὶς λύπην, χωρὶς αἰδῶ
μεγάλα κ' ὑψηλὰ τριγύρω μοῦ ἔκτισαν τείχη.
Καὶ κάθομαι καὶ ἀπελπίζομαι τώρα ἐδῶ.
Ἄλλο δὲν σκέπτομαι: τὸν νοῦν μου τρώγει αὐτὴ ἡ τύχη·
διότι πράγματα πολλὰ ἔξω νὰ κάμω εἶχον.
Α ὅταν ἔκτιζαν τὰ τείχη πῶς νὰ μὴν προσέξω.
Ἀλλὰ δὲν ἄκουσα ποτὲ κρότον κτιστῶν ἢ ἦχον.
Ἀνεπαισθήτως μ' ἔκλεισαν ἀπὸ τὸν κόσμον ἔξω.




Ἕνας γέρος

Στοῦ καφενείου τοῦ βοεροῦ τὸ μέσα μέρος
σκυμμένος στὸ τραπέζι κάθετ’ ἕνας γέρος·
μὲ μιὰν ἐφημερίδα ἐμπρός του, χωρὶς συντροφιά.
Καὶ μὲς στῶν ἄθλιων γηρατειῶν τὴν καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τὰ χρόνια
ποὺ εἶχε καὶ δύναμι, καὶ λόγο, κ' ἐμορφιά.

Ξέρει ποὺ γέρασε πολὺ· τὸ νοιώθει, τὸ κυττάζει.
Κ' ἐν τούτοις ὁ καιρὸς ποὺ ἦταν νέος μοιάζει
σὰν χθές. Τί διάστημα μικρό, τί διάστημα μικρό.

Καὶ συλλογιέται ἡ Φρόνησις πῶς τὸν ἐγέλα·
καὶ πῶς τὴν ἐμπιστεύονταν πάντα - τί τρέλλα!
τὴν ψεύτρα ποὺ ἔλεγε· «Αὔριο. Ἔχεις πολὺν καιρό.»

Θυμᾶται ὁρμὲς ποὺ βάσταγε· καὶ πόση
χαρὰ θυσίαζε. Τὴν ἄμυαλή του γνῶσι
κάθ’ εὐκαιρία χαμένη τώρα τὴν ἐμπαίζει.

Μὰ ἀπ' τὸ πολὺ νὰ σκέπτεται καὶ νὰ θυμᾶται
ὁ γέρος ἐζαλίσθηκε. Κι ἀποκοιμᾶται
στοῦ καφενείου ἀκουμπισμένος τὸ τραπέζι.




Τὰ ἄλογα τοῦ Ἀχιλλέως

Τὸν Πάτροκλο σὰν εἶδαν σκοτωμένο,
ποὺ ἦταν τόσο ἀνδρεῖος, καὶ δυνατός, καὶ νέος,
ἄρχισαν τ' ἄλογα νὰ κλαῖνε τοῦ Ἀχιλλέως·
ἡ φύσις των ἡ ἀθάνατη ἀγανακτοῦσε
γιὰ τοῦ θανάτου αὐτὸ τὸ ἔργον ποὺ θωροῦσε.
Τίναζαν τὰ κεφάλια των καὶ τὲς μακριές χαῖτες κουνοῦσαν,
τὴν γῆ χτυποῦσαν μὲ τὰ πόδια, καὶ θρηνοῦσαν
τὸν Πάτροκλο ποὺ ἐνοιώθανε ἄψυχο -ἀφανισμένο-
μιὰ σάρκα τώρα ποταπή -τὸ πνεῦμα του χαμένο-
ἀνυπεράσπιστο -χωρὶς πνοή-
εἰς τὸ μεγάλο Τίποτε ἐπιστραμένο ἀπ' τὴν ζωή.
Τὰ δάκρυα εἶδε ὁ Ζεὺς τῶν ἀθανάτων
ἀλόγων καὶ λυπήθη. «Στοῦ Πηλέως τὸν γάμο»
εἶπε «δὲν ἔπρεπ' ἔτσι ἄσκεπτα νὰ κάμω·
καλύτερα νὰ μὴν σᾶς δίναμε ἄλογά μου
δυστυχισμένα! Τί γυρεύατ' ἐκεῖ χάμου
στὴν ἄθλια ἀνθρωπότητα ποῦναι τὸ παίγνιον τῆς μοίρας.
Σεῖς ποὺ οὐδὲ ὁ θάνατος φυλάγει, οὐδὲ τὸ γῆρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννοῦν. Στὰ βάσανά των
σᾶς ἔμπλεξαν οἱ ἄνθρωποι». -Ὅμως τὰ δάκρυά των
γιὰ τοῦ θανάτου τὴν παντοτεινή
τὴν συμφορὰν ἐχύνανε τὰ δυὸ τὰ ζῶα τὰ εὐγενῆ.




Δέησις

Ἡ θάλασσα στὰ βάθη της πήρ' ἕναν ναύτη.
Ἡ μάνα του, ἀνήξερη, πιαίνει κι ἀνάφτει
στὴν Παναγία μπροστὰ ἕνα ὑψηλὸ κερί
γιὰ νὰ ἐπιστρέψει γρήγορα καὶ νάν' καλοὶ καιροί --

καὶ ὅλο πρὸς τὸν ἄνεμο στήνει τ' αὐτί.
Ἀλλὰ ἐνῷ προσεύχεται καὶ δέεται αὐτή,

ἡ εἰκὼν ἀκούει, σοβαρὴ καὶ λυπημένη,
ξεύροντας πὼς δὲν θάλθει πιὰ ὁ υἱὸς ποὺ περιμένει.




Ἡ κηδεία τοῦ Σαρπηδόνος

Βαρυὰν ὀδύνη ἔχει ὁ Ζεύς. Τὸν Σαρπηδόνα
ἐσκότωσεν ὁ Πάτροκλος· καὶ τώρα ὁρμοῦν
ὁ Μενοιτιάδης κ' οἱ Ἀχαιοὶ τὸ σῶμα
ν' ἁρπάξουνε καὶ νὰ τὸ ἐξευτελίσουν.

Ἀλλὰ ὁ Ζεὺς διόλου δὲν στέργει αὐτά.
Τὸ ἀγαπημένο του παιδί - ποὺ τὸ ἄφισε
καὶ χάθηκεν· ὁ Νόμος ἦταν ἔτσι -
τοὐλάχιστον θὰ τὸ τιμήσει πεθαμένο.
Καὶ στέλνει, ἰδού, τὸν Φοῖβο κάτω στὴν πεδιάδα
ἑρμηνευμένο πῶς τὸ σῶμα νὰ νοιασθεῖ.

Τοῦ ἥρωος τὸν νεκρὸ μ' εὐλάβεια καὶ μὲ λύπη
σηκώνει ὁ Φοῖβος καὶ τὸν πάει στὸν ποταμό.
Τὸν πλένει ἀπὸ τὲς σκόνες κι ἀπ' τὰ αἵματα·
κλείει τὲς φοβερὲς πληγές, μὴ ἀφήνοντας
κανένα ἴχνος νὰ φανεῖ· τῆς ἀμβροσίας
τ' ἀρώματα χύνει ἐπάνω του· καὶ μὲ λαμπρά
Ὀλύμπια φορέματα τὸν ντύνει.
Τὸ δέρμα του ἀσπρίζει· καὶ μὲ μαργαριταρένιο
χτένι κτενίζει τὰ κατάμαυρα μαλλιά.
Τὰ ὡραῖα μέλη σχηματίζει καὶ πλαγιάζει.

Τώρα σὰν νέος μοιάζει βασιλεὺς ἁρματηλάτης
στὰ εἰκοσιπέντε χρόνια του, στὰ εἰκοσιέξη
ἀναπαυόμενος μετὰ ποὺ ἐκέρδισε,
μ' ἅρμα ὁλόχρυσο καὶ ταχυτάτους ἵππους,
σὲ ξακουστὸν ἀγῶνα τὸ βραβεῖον.

Ἔτσι σὰν ποὺ τελείωσεν ὁ Φοῖβος
τὴν ἐντολή του, κάλεσε τοὺς δυὸ ἀδελφούς
τὸν Ὕπνο καὶ τὸν Θάνατο, προστάζοντάς τους
νὰ πᾶν τὸ σῶμα στὴν Λυκία, τὸν πλούσιο τόπο.

Καὶ κατὰ ἐκεῖ τὸν πλούσιο τόπο, τὴν Λυκία
τοῦτοι ὁδοιπόρησαν οἱ δυὸ ἀδελφοί
Ὕπνος καὶ Θάνατος, κι ὅταν πιὰ ἔφθασαν
στὴν πόρτα τοῦ βασιλικοῦ σπιτιοῦ
παρέδοσαν τὸ δοξασμένο σῶμα,
καὶ γύρισαν στὲς ἄλλες τους φροντίδες καὶ δουλειές.

Κι ὡς τόλαβαν αὐτοῦ, στὸ σπίτι, ἀρχίνησε
μὲ συνοδεῖες, καὶ τιμὲς καὶ θρήνους,
καὶ μ' ἄφθονες σπονδὲς ἀπὸ ἱεροὺς κρατῆρας,
καὶ μ' ὅλα τὰ πρεπὰ ἡ θλιβερὴ ταφή·
κ' ἔπειτα ἔμπειροι ἀπ' τὴν πολιτείαν ἐργάται,
καὶ φημισμένοι δουλευταὶ τῆς πέτρας
ἤλθανε κ' ἔκαμαν τὸ μνῆμα καὶ τὴν στήλη.




Κεριά

Τοῦ μέλλοντος οἱ μέρες στέκοντ' ἐμπροστά μας
σὰ μιὰ σειρὰ κεράκια ἀναμμένα
χρυσᾶ, ζεστά, καὶ ζωηρὰ κεράκια.

Οἱ περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μιὰ θλιβερὴ γραμμὴ κεριῶν σβησμένων·
τὰ πιὸ κοντὰ βγάζουν καπνὸν ἀκόμη,
κρύα κεριά, λειωμένα, καὶ κυρτά.

Δὲν θέλω νὰ τὰ βλέπω· μὲ λυπεῖ ἡ μορφή των,
καὶ μὲ λυπεῖ τὸ πρῶτο φῶς των νὰ θυμοῦμαι.
Ἐμπρὸς κοιτάζω τ' ἀναμμένα μου κεριά.

Δὲν θέλω νὰ γυρίσω νὰ μὴ δῶ καὶ φρίξω
τί γρήγορα ποὺ ἡ σκοτεινὴ γραμμὴ μακραίνει,
τί γρήγορα ποὺ τὰ σβυστὰ κεριὰ πληθαίνουν.




Τὸ πρῶτο σκαλί

Εἰς τὸν Θεόκριτο παραπονιοῦνταν
μιὰ μέρα ὁ νέος ποιητὴς Εὐμένης·
«Τώρα δυὸ χρόνια πέρασαν ποὺ γράφω
κ' ἕνα εἰδύλλιο ἔκαμα μονάχα.
Τὸ μόνον ἄρτιόν μου ἔργον εἶναι.
Ἀλλοίμονον, εἶν' ὑψηλὴ τὸ βλέπω,
πολὺ ὑψηλὴ τῆς Ποιήσεως ἡ σκάλα·
καὶ ἀπ' τὸ σκαλὶ τὸ πρῶτο ἐδῶ ποὺ εἶμαι
ποτὲ δὲν θ' ἀνεβῶ ὁ δυστυχισμένος».
Ἔιπ' ὁ Θεόκριτος· «Αὐτὰ τὰ λόγια
ἀνάρμοστα καὶ βλασφημίες εἶναι.
Κι ἂν εἶσαι στὸ σκαλὶ τὸ πρῶτο, πρέπει
νάσαι ὑπερήφανος κ' εὐτυχισμένος.
Ἐδῶ ποὺ ἔφθασες, λίγο δὲν εἶναι·
τόσο ποὺ ἔκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αὐτὸ ἀκόμη τὸ σκαλὶ τὸ πρῶτο
πολὺ ἀπὸ τὸν κοινὸ τὸν κόσμο ἀπέχει.
Εἰς τὸ σκαλὶ γιὰ νὰ πατήσεις τοῦτο
πρέπει μὲ τὸ δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εἰς τῶν ἰδεῶν τὴν πόλι.
Καὶ δύσκολο στὴν πόλι ἐκείνην εἶναι
καὶ σπάνιο νὰ σὲ πολιτογραφήσουν.
Στὴν ἀγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
ποὺ δὲν γελᾶ κανένας τυχοδιώκτης.
Ἐδῶ ποὺ ἔφθασες, λίγο δὲν εἶναι·
τόσο ποὺ ἔκαμες, μεγάλη δόξα».




Che fece... il gran rifiuto

Σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους ἔρχεται μιὰ μέρα
ποὺ πρέπει τὸ μεγάλο Ναὶ ἢ τὸ μεγάλο τὸ Ὄχι
νὰ ποῦνε. Φανερώνεται ἀμέσως ὅποιος τόχει
ἕτοιμο μέσα του τὸ Ναί, καὶ λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στὴν τιμὴ καὶ στὴν πεποίθησί του.
Ὁ ἀρνηθεῖς δὲν μετανοιώνει. Ἂν ρωτιοῦνταν πάλι,
ὄχι θὰ ξαναέλεγε. Κι ὅμως τὸν καταβάλλει
ἐκεῖνο τ' ὄχι -τὸ σωστό- εἰς ὅλην τὴν ζωή του.




Οἱ ψυχὲς τῶν γερόντων

Μὲς στὰ παλιά τὰ σώματά των τὰ φθαρμένα
κάθονται τῶν γερόντων οἱ ψυχές.
Τί θλιβερὲς ποὺ εἶναι οἱ πτωχές
καὶ πὼς βαριοῦνται τὴν ζωὴ τὴν ἄθλια ποὺ τραβοῦνε.
Πῶς τρέμουν μὴν τὴν χάσουνε καὶ πῶς τὴν ἀγαποῦνε
ἡ σαστισμένες κι ἀντιφατικές
ψυχές, ποὺ κάθονται -κωμικοτραγικές-
μὲς στὰ παλιὰ των τὰ πετσιὰ τ' ἀφανισμένα.




Διακοπή

Τὸ ἔργον τῶν θεῶν διακόπτομεν ἐμεῖς,
τὰ βιαστικὰ κι ἄπειρα ὄντα τῆς στιγμῆς.
Στῆς Ἐλευσῖνος καὶ στῆς Φθίας τὰ παλάτια
ἡ Δήμητρα κ' ἡ Θέτις ἀρχινοῦν ἔργα καλά
μὲς σὲ μεγάλες φλόγες καὶ βαθὺν καπνόν. Ἀλλά
πάντοτε ὁρμᾶ ἡ Μετάνειρα ἀπὸ τὰ δωμάτια
τοῦ βασιλέως, ξέπλεγη καὶ τρομαγμένη,
καὶ πάντοτε ὁ Πηλεὺς φοβᾶται κ' ἐπεμβαίνει.




Τὰ παράθυρα

Σ' αὐτὲς τὲς σκοτεινὲς κάμαρες, ποὺ περνῶ
μέρες βαριές, ἐπάνω κάτω τριγυρνῶ
γιὰ νάβρω τὰ παράθυρα. Ὅταν ἀνοίξει
ἕνα παράθυρο θάναι παρηγορία. -
Μὰ τὰ παράθυρα δὲν βρίσκονται, ἢ δὲν μπορῶ
νὰ τάβρω. Καὶ καλύτερα ἴσως νὰ μὴν τὰ βρῶ.
Ἴσως το φῶς θάναι μιὰ νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τί καινούργια πράγματα θὰ δείξει.




Θερμοπύλες

Τιμὴ σ' ἐκείνους ὅπου στὴν ζωή των
ὥρισαν καὶ φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτὲ ἀπὸ τὸ χρέος μὴ κινοῦντες·
δίκαιοι κ' ἴσοι σ' ὅλες των τὲς πράξεις,
ἀλλὰ μὲ λύπη κιόλας κ' εὐσπλαχνία·
γενναῖοι ὁσάκις εἶναι πλούσιοι, κι ὅταν
εἶναι πτωχοί, πάλ' εἰς μικρὸν γενναῖοι,
πάλι συντρέχοντες ὅσο μποροῦνε·
πάντοτε τὴν ἀλήθεια ὁμιλοῦντες,
πλὴν χωρὶς μῖσος γιὰ τοὺς ψευδομένους.
Καὶ περισσότερη τιμή τους πρέπει
ὅταν προβλέπουν (καὶ πολλοὶ προβλέπουν)
πὼς ὁ Ἐφιάλτης θὰ φανεῖ στὸ τέλος,
κ' οἱ Μῆδοι ἐπὶ τέλους θὰ διαβοῦνε.




Ἀπιστία

Πολλὰ ἄρα Ὁμήρου ἐπαινοῦντες,
↩ἀλλὰ τοῦτο οὐκ ἐπαινεσόμεθα,...(τὴν τοῦ ἐνυπνίου πομπὴν ὑπὸ Διὸς τῷ Ἀγαμέμνονι·)
οὐδὲ Αἰσχύλου, ὅταν φῇ ἡ Θέτις τὸν Ἀπόλλω ἐν τοῖς αὑτῆς γάμοις ᾄδοντα

«ἐνδατεῖσθαι τὰς ἑὰς εὐπαιδίας
νόσων τ' ἀπείρους καὶ μακραίωνας βίους,
ξύμπαντά τ' εἰπὼν θεοφιλεῖς ἐμὰς τύχας
παιᾶν' ἐπηυφήμησεν, εὐθυμῶν ἐμέ.
κἀγὼ τὸ Φοίβου θεῖον ἀψευδὲς στόμα
ἤλπιζον εἶναι, μαντικῇ βρύον τέχνῃ·
ὁ δ', αὐτὸς ὑμνῶν, αὐτὸς ἐν θοίνῃ παρών,
αὐτὸς τάδ' εἰπών, αὐτός ἐστιν ὁ κτανὼν
τὸν παῖδα τὸν ἐμόν»
Πλάτων, Πολιτείας 383.a.7 - 383.b.8

Σὰν πάντρευαν τὴν Θέτιδα μὲ τὸν Πηλέα
σηκώθηκε ὁ Ἀπόλλων στὸ λαμπρὸ τραπέζι
τοῦ γάμου, καὶ μακάρισε τοὺς νεονύμφους
γιὰ τὸν βλαστὸ ποὺ θάβγαινε ἀπ' τὴν ἕνωσί των.
Εἶπε· Ποτὲ αὐτὸν ἀρρώστια δὲν θαγγίξει
καὶ θάχει μακρυνὴ ζωή. -Αὐτὰ σὰν εἶπε, ἡ Θέτις
χάρηκε πολύ, γιατί τὰ λόγια
τοῦ Ἀπόλλωνος ποὺ γνώριζε ἀπὸ προφητεῖες
τὴν φάνηκαν ἐγγύησις γιὰ τὸ παιδί της.

Κι ὅταν μεγάλωνεν ὁ Ἀχιλλεύς, καὶ ἦταν
τῆς Θεσσαλίας ἔπαινος ἡ ἐμορφιά του,
ἡ Θέτις τοῦ θεοῦ τὰ λόγια ἐνθυμοῦνταν.
Ἀλλὰ μιὰ μέρα ἦλθαν γέροι μὲ εἰδήσεις,
κ' εἶπαν τὸν σκοτωμὸ τοῦ Ἀχιλλέως στὴν Τροία.
Κ' ἡ Θέτις ξέσχιζε τὰ πορφυρᾶ της ροῦχα,
κ' ἔβγαζεν ἀπὸ πάνω της καὶ ξεπετοῦσε
στὸ χῶμα τὰ βραχιόλια καὶ τὰ δαχτυλίδια.
Καὶ μὲς στὸν ὀδυρμό της τὰ παλιὰ θυμήθη·
καὶ ρώτησε τί ἔκαμνε ὁ σοφὸς Ἀπόλλων,
ποὺ γύριζεν ὁ ποιητὴς ποὺ στὰ τραπέζια
ἔξοχα ὁμιλεῖ, ποὺ γύριζε ὁ προφήτης
ὅταν τὸν υἱό της σκότωναν στὰ πρῶτα νιάτα.
Κ' οἱ γέροι τὴν ἀπήντησαν πὼς ὁ Ἀπόλλων
αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐκατέβηκε στὴν Τροία,
καὶ μὲ τοὺς Τρῶας σκότωσε τὸν Ἀχιλλέα.




Περιμένοντας τοὺς Βαρβάρους

-Τί περιμένουμε στὴν ἀγορὰ συναθροισμένοι;
Εἶναι οἱ βάρβαροι νὰ φθάσουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στὴν Σύγκλητο μιὰ τέτοια ἀπραξία;
Τί κάθοντ' οἱ Συγκλητικοὶ καὶ δὲν νομοθετοῦνε;

-Γιατί οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα.
Τί νόμους πιὰ θὰ κάμουν οἱ Συγκλητικοί;
Οἱ βάρβαροι σὰν ἔλθουν θὰ νομοθετήσουν.

-Γιατί ὁ αὐτοκράτωρ μας τόσο πρωὶ σηκώθη,
καὶ κάθεται στῆς πόλεως τὴν πιὸ μεγάλη πύλη
στὸν θρόνο ἐπάνω, ἐπίσημος, φορῶντας τὴν κορώνα;

-Γιατί οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα.
Κι ὁ αὐτοκράτωρ περιμένει νὰ δεχθεῖ
τὸν ἀρχηγό τους. Μάλιστα ἑτοίμασε
γιὰ νὰ τὸν δώσει μιὰ περγαμηνή. Ἐκεῖ
τὸν ἔγραψε τίτλους πολλοὺς κι ὀνόματα.

-Γιατί οἱ δυό μας ὕπατοι κ' οἱ πραίτορες ἐβγῆκαν
σήμερα μὲ τὲς κόκκινες, τὲς κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν μὲ τόσους ἀμεθύστους,
καὶ δαχτυλίδια μὲ λαμπρὰ γυαλιστερὰ σμαράγδια·
γιατί νὰ πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ἀσήμια καὶ μαλάματα ἔκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα·
καὶ τέτοια πράγματα θαμπόνουν τοὺς βαρβάρους.

-Γιατί κ' οἱ ἄξιοι ρήτορες δὲν ἔρχονται σὰν πάντα
νὰ βγάλουνε τοὺς λόγους τους, νὰ ποῦνε τὰ δικά τους;

Γιατί οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα·
κι αὐτοὶ βαριούντ' εὐφράδειες καὶ δημηγορίες.

-Γιατί ν' ἀρχίσει μονομιᾶς αὐτὴ ἡ ἀνησυχία
κ' ἡ σύγχυσις. (Τὰ πρόσωπα τί σοβαρὰ ποὺ ἔγιναν).
Γιατί ἀδειάζουν γρήγορα οἱ δρόμοι κ' οἱ πλατέες,
κι ὅλοι γυρνοῦν στὰ σπίτια τους πολὺ συλλογισμένοι;

Γιατί ἐνύχτωσε κ' οἱ βάρβαροι δὲν ἦλθαν.
Καὶ μερικοὶ ἔφθασαν ἀπ' τὰ σύνορα,
καὶ εἴπανε πὼς βάρβαροι πιὰ δὲν ὑπάρχουν.

Καὶ τώρα τί θὰ γένουμε χωρὶς βαρβάρους.
Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν μιὰ κάποια λύσις.




Φωνές

Ἰδανικὲς φωνὲς κι ἀγαπημένες
ἐκείνων ποὺ πέθαναν, ἢ ἐκείνων ποὺ εἶναι
γιὰ μᾶς χαμένοι σὰν τοὺς πεθαμένους.

Κάποτε μὲς στὰ ὄνειρά μας ὁμιλοῦνε·
κάποτε μὲς στὴν σκέψι τὲς ἀκούει τὸ μυαλό.

Καὶ μὲ τὸν ἦχο των γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐπιστρέφουν
ἦχοι ἀπὸ τὴν πρώτη ποίηση τῆς ζωῆς μας -
σὰ μουσική, τὴν νύχτα, μακρυνή, ποὺ σβήνει.




Ἐπιθυμίες

Σὰν σώματα ὡραῖα νεκρῶν ποὺ δὲν ἐγέρασαν
καὶ τάκλεισαν, μὲ δάκρυα, σὲ μαυσωλεῖο λαμπρό,
μὲ ρόδα στὸ κεφάλι καὶ στὰ πόδια γιασεμιά --
ἔτσ' οἱ ἐπιθυμίες μοιάζουν ποὺ ἐπέρασαν
χωρὶς νὰ ἐκπληρωθοῦν· χωρὶς ν' ἀξιωθεῖ καμιά
τῆς ἡδονῆς μιὰ νύχτα, ἢ ἕνα πρωί της φεγγερό.




Τρώες

Εἶν' ἡ προσπάθειές μας, τῶν συφοριασμένων·
εἶν' ἡ προσπάθειές μας σὰν τῶν Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ' ἐπάνω μας· κι ἀρχίζουμε
νάχουμε θάρρος καὶ καλὲς ἐλπίδες.

Μὰ πάντα κάτι βγαίνει καὶ μᾶς σταματᾶ.
Ὁ Ἀχιλλεὺς στὴν τάφρον ἐμπροστά μας
βγαίνει καὶ μὲ φωνὲς μεγάλες μᾶς τρομάζει.--

Εἶν' ἡ προσπάθειές μας σὰν τῶν Τρώων.
Θαρροῦμε πὼς μὲ ἀπόφασι καὶ τόλμη
θ' ἀλλάξουμε τῆς τύχης τὴν καταφορά,
κ' ἔξω στεκόμεθα ν' ἀγωνισθοῦμε.

Ἄλλ' ὅταν ἡ μεγάλη κρίσις ἔλθει,
ἡ τόλμη κ' ἡ ἀπόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται ἡ ψυχή μας, παραλύει·
κι ὁλόγυρα ἀπ' τὰ τείχη τρέχουμε
ζητῶντας νὰ γλυτώσουμε μὲ τὴν φυγή.

Ὅμως ἡ πτῶσις μας εἶναι βεβαία. Ἐπάνω,
στὰ τείχη, ἄρχισεν ἤδη ὁ θρῆνος.
Τῶν ἡμερῶν μας ἀναμνήσεις κλαῖν κ' αἰσθήματα.
Πικρὰ γιὰ μᾶς ὁ Πρίαμος κ' ἡ Ἑκάβη κλαῖνε.




Ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος

Ὦσπερ οὐ βασιλεύς, ἀλλ' ὑποκριτής,
μεταμφιέννυται χλαμύδα φαιὰν ἀντί
τῆς τραγικῆς ἐκείνης, καὶ διαλαθών
ὑπεχώρησεν.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Σὰν τὸν παραίτησαν οἱ Μακεδόνες
κι ἀπέδειξαν πὼς προτιμοῦν τον Πύρρο
ὁ βασιλεὺς Δημήτριος (μεγάλην
εἶχε ψυχὴ) καθόλου - ἔτσι εἶπαν -
δὲν φέρθηκε σὰν βασιλεύς. Ἐπῆγε
κ' ἔβγαλε τὰ χρυσᾶ φορέματά του,
καὶ τὰ ποδήματά του πέταξε
τὰ ὁλοπόρφυρα. Μὲ ρούχ' ἁπλᾶ
ντύθηκε γρήγορα καὶ ξέφυγε.
Κάμνοντας ὅμοια σὰν ἠθοποιός
ποὺ ὅταν ἡ παράστασις τελειώσει,
ἀλλάζει φορεσιὰ κι ἀπέρχεται.




Ἡ Συνοδεία τοῦ Διονύσου

Ὁ Δάμων ὁ τεχνίτης (ἄλλον πιὸ ἱκανό
στὴν Πελοπόννησο δὲν ἔχει) εἰς παριανό
μάρμαρο ἐπεξεργάζεται τὴν συνοδεία
τοῦ Διονύσου. Ὁ θεὸς μὲ θεσπεσία
δόξαν ἐμπρός, μὲ δύναμι στὸ βάδισμά του.
Ὁ Ἄκρατος πίσω. Στὸ πλάγι τοῦ Ἀκράτου
ἡ Μέθη χύνει στοὺς Σατύρους τὸ κρασί
ἀπὸ ἀμφορέα ποὺ τὸν στέφουνε κισσοί.
Κοντά των ὁ Ἠδύοινος ὁ μαλθακός,
τὰ μάτια του μισοκλειστά, ὑπνωτικός.
Καὶ παρακάτω ἔρχοντ' οἱ τραγουδισταί
Μόλπος κ' Ἠδυμελής, κι ὁ Κῶμος ποὺ ποτέ
νὰ σβύσει δὲν ἀφίνει τῆς πορείας τὴν σεπτή
λαμπάδα ποὺ βαστᾶ· καί, σεμνοτάτη, ἡ Τελετή.-
Αὐτὰ ὁ Δάμων κάμνει. Καὶ κοντὰ σ' αὐτά
ὁ λογισμὸς τοῦ κάθε τόσο μελετᾶ
τὴν ἀμοιβή του ἀπὸ τῶν Συρακουσῶν
τὸν βασιλέα, τρία τάλαντα, πολὺ ποσόν.
Μὲ τ' ἄλλα του τὰ χρήματα κι αὐτὰ μαζύ
σὰν μποῦν, ὡς εὔπορος σπουδαῖα πιὰ θὰ ζεῖ,
καὶ θὰ μπορεῖ νὰ πολιτεύεται - χαρά! -
κι αὐτὸς μὲς στὴν βουλή, κι αὐτὸς στὴν ἀγορά.




Μονοτονία

Τὴν μιὰ μονότονην ἡμέραν ἄλλη
μονότονη, ἀπαράλλακτη ἀκολουθεῖ. Θὰ γίνουν
τὰ ἴδια πράγματα, θὰ ξαναγίνουν πάλι -
οἱ ὅμοιες στιγμές μας βρίσκουνε καὶ μᾶς ἀφίνουν.

Μῆνας περνᾶ καὶ φέρνει ἄλλον μῆνα.
Αὐτὰ ποὺ ἔρχονται κανεὶς εὔκολα τὰ εἰκάζει·
εἶναι τὰ χθεσινὰ τὰ βαρετὰ ἐκεῖνα.
Καὶ καταντᾶ τὸ αὔριο πιὰ σὰν αὔριο νὰ μὴ μοιάζει.




Οὗτος Ἐκεῖνος

Ἄγνωστος - ξένος μὲς στὴν Ἀντιόχεια - Ἐδεσσηνός
γράφει πολλά. Καὶ τέλος πάντων, νά, ὁ λίνος
ὁ τελευταῖος ἔγινε. Μὲ αὐτὸν ὀγδόντα τρία

ποιήματα ἐν ὅλῳ. Πλὴν τὸν ποιητή
κούρασε τόσο γράψιμο, τόση στιχοποιϊα,
καὶ τόση ἔντασις σ' ἑλληνικὴ φρασιολογία,
καὶ τώρα τὸν βαραίνει πιὰ τὸ κάθε τι.-

Μιὰ σκέψις ὅμως παρευθὺς ἀπὸ τὴν ἀθυμία
τὸν βγάζει - τὸ ἐξαίσιον Οὗτος Ἐκεῖνος,
ποὺ ἄλλοτε στὸν ὕπνο του ἄκουσε ὁ Λουκιανός.




Τὰ βήματα

Σ' ἐβένινο κρεββάτι στολισμένο
μὲ κοραλλένιους ἀετούς, βαθυὰ κοιμᾶται
ὁ Νέρων -- ἀσυνείδητος, ἥσυχος, κ' εὐτυχής·
ἀκμαῖος μὲς στὴν εὐρωστία τῆς σαρκός,
καὶ στῆς νεότητος τ' ὡραῖο σφρίγος.

Ἀλλὰ στὴν αἴθουσα τὴν ἀλαβάστρινη ποὺ κλείνει
τῶν Ἀηνοβάρβων τὸ ἀρχαῖο λαράριο
τί ἀνήσυχοι ποὺ εἶν' οἱ Λάρητές του.
Τρέμουν οἱ σπιτικοὶ μικροὶ θεοί,
καὶ προσπαθοῦν τ' ἀσήμαντά των σώματα νὰ κρύψουν.
Γιατί ἄκουσαν μιὰ ἀπαίσια βοή,
θανάσιμη βοὴ τὴν σκάλα ν' ἀνεβαίνει,
βήματα σιδερένια ποὺ τραντάζουν τὰ σκαλιά.
Καὶ λιγοθυμισμένοι τώρα οἱ ἄθλιοι Λάρητες,
μέσα στὸ βάθος του λαράριου χώνονται,
ὁ ἕνας τον ἄλλονα σκουντᾶ καὶ σκουντουφλᾶ,
ὁ ἕνας μικρὸς θεὸς πάνω στὸν ἄλλο πέφτει
γιατί κατάλαβαν τί εἶδος βοὴ εἶναι τούτη,
τάνοιωσαν πιὰ τὰ βήματα τῶν Ἐριννύων.




Ἡ πόλις

Εἶπες· «Θὰ πάγω σ' ἄλλη γῆ, θὰ πάγω σ' ἄλλη θάλασσα.
Μιὰ πόλις ἄλλη θὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἀπ' αὐτή.
Κάθε προσπάθεια μοῦ μιὰ καταδίκη εἶναι γραφτῇ·
κ' εἶν' ἡ καρδιά μου -σὰν νεκρός- θαμένη.
Ὁ νοῦς μου ὡς πότε μὲς στὸν μαρασμὸν αὐτὸν θὰ μένει.
Ὅπου τὸ μάτι μου γυρίσω, ὅπου κι ἂν δῶ
ἐρείπια μαῦρα τῆς ζωῆς μου βλέπω ἐδῶ,
ποὺ τόσα χρόνια πέρασα καὶ ρήμαξα καὶ χάλασα.»

Καινούργιους τόπους δὲν θὰ βρεῖς, δὲν θάβρεις ἄλλες θάλασσες.
Ἡ πόλις θὰ σὲ ἀκολουθεῖ. Στοὺς δρόμους θὰ γυρνᾶς
τοὺς ἴδιους. Καὶ στὲς γειτονιὲς τὲς ἴδιες θὰ γερνᾶς·
καὶ μὲς στὰ ἴδια σπίτια αὐτὰ θ' ἀσπρίζεις.
Πάντα στὴν πόλι αὐτὴ θὰ φθάνεις. Γιὰ τὰ ἀλλοῦ -μὴ ἐλπίζεις-
δὲν ἔχει πλοῖο γιὰ σέ, δὲν ἔχει ὁδό.
Ἔτσι ποὺ τὴ ζωή σου ρήμαξες ἐδῶ
στὴν κώχη τούτη τὴν μικρή, σ' ὅλην τὴν γῆ τὴν χάλασες.




Ἡ Σατραπεία

Τί συμφορά, ἐνῷ εἶσαι καμωμένος
γιὰ τὰ ὡραῖα καὶ μεγάλα ἔργα
ἡ ἄδικη αὐτή σου ἡ τύχη πάντα
ἐνθάρρυνσι κ' ἐπιτυχία νὰ σὲ ἀρνεῖται·
νὰ σ' ἐμποδίζουν εὐτελεῖς συνήθειες,
καὶ μικροπρέπειες, κι ἀδιαφορίες.
Καὶ τί φρικτὴ ἡ μέρα ποὺ ἐνδίδεις
(ἡ μέρα ποὺ ἀφέθηκες κ' ἐνδίδεις),
καὶ φεύγεις ὁδοιπόρος γιὰ τὰ Σοῦσα,
καὶ πιαίνεις στὸν μονάρχην Ἀρταξέρξη
ποὺ εὐνοϊκὰ σὲ βάζει στὴν αὐλή του,
καὶ σὲ προσφέρει σατραπεῖες, καὶ τέτοια.
Καὶ σὺ τὰ δέχεσαι μὲ ἀπελπισία
αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ δὲν τὰ θέλεις.
Ἄλλα ζητεῖ ἡ ψυχή σου, γι' ἄλλα κλαίει·
τὸν ἔπαινο τοῦ Δήμου καὶ τῶν Σοφιστῶν,
τὰ δύσκολα καὶ τ' ἀνεκτίμητα Εὖγε·
τὴν Ἀγορά, τὸ Θέατρο, καὶ τοὺς Στεφάνους.
Αὐτὰ ποῦ θὰ στὰ δώσει ὁ Ἀρταξέρξης,
αὐτὰ ποῦ θὰ τὰ βρεῖς στὴ σατραπεία·
καὶ τί ζωὴ χωρὶς αὐτὰ θὰ κάμεις.




Μάρτιαι Εἰδοί

Τὰ μεγαλεῖα νὰ φοβᾶσαι, ὦ ψυχή.
Καὶ τὲς φιλοδοξίες σου νὰ ὑπερνικήσεις
ἂν δὲν μπορεῖς, μὲ δισταγμὸ καὶ προφυλάξεις
νὰ τὲς ἀκολουθεῖς. Καὶ ὅσο ἐμπροστὰ προβαίνεις,
τόσο ἐξεταστική, προσεκτικὴ νὰ εἶσαι.

Κι ὅταν θὰ φθάσεις στὴν ἀκμή σου, Καῖσαρ πιά·
ἔτσι περιωνύμου ἀνθρώπου σχῆμα ὅταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σὰ βγεῖς στὸν δρόμον ἔξω,
ἐξουσιαστὴς περίβλεπτος μὲ συνοδεία,
ἂν τύχει καὶ πλησιάσει ἀπὸ τὸν ὄχλο
κανένας Ἀρτεμίδωρος, ποὺ φέρνει γράμμα,
καὶ λέγει βιαστικὰ «Διάβασε ἀμέσως τοῦτα,
εἶναι μεγάλα πράγματα ποὺ σ' ἐνδιαφέρουν»,
μὴ λείψεις νὰ σταθεῖς· μὴ λείψεις ν' ἀναβάλεις
κάθε ὁμιλίαν ἢ δουλειὰ· μὴ λείψεις τοὺς διαφόρους
ποὺ χαιρετοῦν καὶ προσκυνοῦν νὰ τοὺς παραμερίσεις
(τοὺς βλέπεις πιὸ ἀργὰ)· ἂς περιμένει ἀκόμη
κ' ἡ Σύγκλητος αὐτή, κ' εὐθὺς νὰ τὰ γνωρίσεις
τὰ σοβαρὰ γραφόμενα τοῦ Ἀρτεμιδώρου.




Τελειωμένα

Μέσα στὸν φόβο καὶ στὲς ὑποψίες,
μὲ ταραγμένο νοῦ καὶ τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε καὶ σχεδιάζουμε το πὼς νὰ κάμουμε
γιὰ ν' ἀποφύγουμε τὸν βέβαιο
τὸν κίνδυνο ποὺ ἔτσι φρικτὰ μᾶς ἀπειλεῖ.
Κι ὅμως λανθάνουμε, δὲν εἶν' αὐτὸς στὸν δρόμο·
ψεύτικα ἦσαν τὰ μηνύματα
(ἢ δὲν τ' ἀκούσαμε, ἢ δὲν τὰ νοιώσαμε καλά).
Ἄλλη καταστροφή, ποὺ δὲν τὴν φανταζόμεθαν,
ἐξαφνική, ραγδαῖα πέφτει ἐπάνω μας,
καὶ ἀνέτοιμους -ποῦ πιὰ καιρός- μας συνεπαίρνει.




Τυανεύς Γλύπτης

Καθὼς ποὺ θὰ τὸ ἀκούσατε, δὲν εἴμ' ἀρχάριος.
Κάμποση πέτρα ἀπὸ τὰ χέρια μου περνᾶ.
Καὶ στὴν πατρίδα μου, τὰ Τύανα, καλά
μὲ ξέρουνε· κ' ἐδῶ ἀγάλματα πολλά
μὲ παραγγείλανε συγκλητικοί.

Καὶ νὰ σᾶς δείξω
ἀμέσως μερικά. Παρατηρείστ' αὐτήν την Ρέα·
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρεῖστε τον Πομπήϊον. Ὁ Μάριος,
ὁ Αἰμίλιος Παῦλος, ὁ Ἀφρικανὸς Σκιπίων.
Ὁμοιώματα, ὅσο ποὺ μπόρεσα, πιστά.
Ὁ Πάτροκλος (ὀλίγο θὰ τὸν ξαναγγίξω).
Πλησίον στοῦ μαρμάρου τοῦ κιτρινωποῦ
ἐκεῖνα τὰ κομμάτια, εἶν' ὁ Καισαρίων.

Καὶ τώρα καταγίνομαι ἀπὸ καιρὸ ἀρκετό
νὰ κάμω ἕναν Ποσειδῶνα. Μελετῶ
κυρίως γιὰ τ' ἄλογά του, πῶς νὰ πλάσω αὐτά.
Πρέπει ἐλαφρὰ ἔτσι νὰ γίνουν πού
τὰ σώματα, τὰ πόδια των νὰ δείχνουν φανερά
ποὺ δὲν πατοῦν τὴν γῆ, μόν' τρέχουν στὰ νερά.

Μὰ νὰ τὸ ἔργον μου τὸ πιὸ ἀγαπητό
ποὺ δούλεψα συγκινημένα καὶ τὸ πιὸ προσκεκτικά·
αὐτόν, μιὰ μέρα τοῦ καλοκαιριοῦ θερμή
ποὺ ὁ νοῦς μου ἀνέβαινε στὰ ἰδανικά,
αὐτὸν ἐδῶ ὀνειρεύομουν τὸν νέον Ἑρμῆ.




Ἀπολείπειν ὁ Θεὸς Ἀντώνιον

Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ', ἀκούσθει
ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ
μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνές -
τὴν τύχη σου ποὺ ἐνδίδει πιά, τὰ ἔργα σου
ποὺ ἀπέτυχαν, τὰ σχέδια τῆς ζωῆς σου
ποὺ βγῆκαν ὅλα πλάνες, μὴ ἀνοφέλετα θρηνήσεις.
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ φεύγει.
Πρὸ πάντων νὰ μὴ γελασθεῖς, μὴν πεῖς πὼς ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πὼς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου·
μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μὴν καταδεχθείς.
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
σὰν ποὺ ταιριάζει σὲ ποὺ ἀξιώθηκες μιὰ τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο,
κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν, ἀλλ' ὄχι
μὲ τῶν δειλῶν τὰ παρακάλια καὶ παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους,
τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ χάνεις.




Ἰωνικόν

Γιατί τὰ σπάσαμε τ' ἀγάλματά των,
γιατί τοὺς διώξαμε ἀπ' τοὺς ναούς των,
διόλου δὲν πέθαναν γι' αὐτὸ οἱ θεοί.
Ω γῆ τῆς Ἰωνίας, σένα ἀγαποῦν ἀκόμη,
σένα ἡ ψυχές των ἐνθυμοῦνται ἀκόμη.
Σὰν ξημερώνει ἐπάνω σου πρωὶ αὐγουστιάτικο
τὴν ἀτμοσφαίρα σου περνᾶ σφρίγος ἀπ' τὴν ζωή των·
καὶ κάποτ' αἰθέρια ἐφηβικὴ μορφή,
ἀόριστη, μὲ διάβα γρήγορο,
ἐπάνω ἀπὸ τοὺς λόφους σου περνᾶ.




Ἡ Δόξα τῶν Πτολεμαίων

Εἶμαι ὁ Λαγίδης, βασιλεύς. Ὁ κάτοχος τελείως
(μὲ τὴν ἰσχύ μου καὶ τὸν πλοῦτο μου) τῆς ἡδονῆς.
Ἢ Μακεδῶν, ἢ βάρβαρος δὲν βρίσκεται κανείς
ἴσος μου, ἢ νὰ μὲ πλησιάζει κἄν. Εἶναι γελοῖος
ὁ Σελευκίδης μὲ τὴν ἀγοραία του τρυφή.
Ἂν ὅμως σεῖς ἄλλα ζητεῖτε, ἰδοὺ κι αὐτὰ σαφῆ.
Ἡ πόλις ἡ διδάσκαλος, ἡ πανελλήνια κορυφή,
εἰς κάθε λόγο, εἰς κάθε τέχνη ἡ πιὸ σοφή.




Ἰθάκη

Σὰ βγεῖς στὸν πηγαιμὸ γιὰ τὴν Ἰθάκη,
νὰ εὔχεσαι νάναι μακρὺς ὁ δρόμος,
γεμᾶτος περιπέτειες, γεμᾶτος γνώσεις.
Τοὺς Λαιστρυγόνας καὶ τοὺς Κύκλωπας,
τὸν θυμωμένο Ποσειδῶνα μὴ φοβᾶσαι,
τέτοια στὸν δρόμο σου ποτέ σου δὲν θὰ βρεῖς,
ἂν μέν' ἡ σκέψις σου ὑψηλή, ἂν ἐκλεκτή
συγκίνησις τὸ πνεῦμα καὶ τὸ σῶμα σου ἀγγίζει.
Τοὺς Λαιστρυγόνας καὶ τοὺς Κύκλωπας,
τὸν ἄγριο Ποσειδῶνα δὲν θὰ συναντήσεις,
ἂν δὲν τοὺς κουβανεὶς μὲς στὴν ψυχή σου,
ἂν ἡ ψυχή σου δὲν τοὺς στήνει ἐμπρός σου.

Νὰ εὔχεσαι νάναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πολλὰ τὰ καλοκαιρινὰ πρωϊὰ νὰ εἶναι
ποὺ μὲ τί εὐχαρίστησι, μὲ τί χαρά
θὰ μπαίνεις σὲ λιμένας πρωτοειδωμένους,
νὰ σταματήσεις σ' ἐμπορεῖα Φοινικικά,
καὶ τὲς καλὲς πραγμάτειες ν' ἀποκτήσεις,
σεντέφια καὶ κοράλλια, κεχριμπάρια κ' ἔβενους,
καὶ ἡδονικὰ μυρωδικὰ κάθε λογῆς,
ὅσο μπορεῖς πιὸ ἄφθονα ἡδονικὰ μυρωδικά,
σὲ πόλεις Αἰγυπτιακὲς πολλὲς νὰ πᾶς,
νὰ μάθεις καὶ νὰ μάθεις ἀπ' τοὺς σπουδασμένους.

Πάντα στὸν νοῦ σοῦ νάχεις τὴν Ἰθάκη.
Τὸ φθάσιμον ἐκεῖ εἶν' ὁ προορισμός σου.
Ἀλλὰ μὴ βιάζεις τὸ ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλὰ νὰ διαρκέσει
καὶ γέρος πιὰ ν' ἀράξεις στὸ νησί,
πλούσιος μὲ ὅσα κέρδισες στὸ δρόμο,
μὴ προσδοκῶντας πλούτη νὰ σὲ δώσει ἡ Ἰθάκη.

Ἡ Ἰθάκη σ'έδωσε τ' ὡραῖο ταξείδι.
Χωρὶς αὐτὴν δὲν θάβγαινες στὸν δρόμο.
Ἄλλα δὲν ἔχει νὰ σὲ δώσει πιά.

Κι ἂν πτωχικὴ τὴν βρεῖς, ἡ Ἰθάκη δὲ σὲ γέλασε.
Ἔτσι σοφὸς ποὺ ἔγινες, μὲ τόση πεῖρα,
ἤδη θὰ τὸ κατάλαβες οἱ Ἰθάκες τί σημαίνουν.




Τὰ ἐπικίνδυνα

Εἶπε ὁ Μυρτίας (Σῦρος σπουδαστής
στὴν Ἀλεξάνδρεια· ἐπὶ βασιλείας
αὐγούστου Κώνσταντος καὶ αὐγούστου Κωνσταντίου·
ἐν μέρει ἐθνικός, κ' ἐν μέρει χριστιανίζων)·
«Δυναμωμένος μὲ θεωρία καὶ μελέτη,
ἐγὼ τὰ πάθη μου δὲν θὰ φοβοῦμαι σὰ δειλός.
Τὸ σῶμα μου στὲς ἡδονὲς θὰ δώσω,
στὲς ἀπολαύσεις τὲς ὀνειρεμένες,
στὲς τολμηρότερες ἐρωτικὲς ἐπιθυμίες,
στὲς λάγνες τοῦ αἵματός μου ὁρμές, χωρίς
κανέναν φόβο, γιατί ὅταν θέλω -
καὶ θάχω θέλησι, δυναμωμένος
ὡς θάμαι μὲ θεωρία καὶ μελέτη -
στὲς κρίσιμες στιγμὲς θὰ ξαναβρίσκω
τὸ πνεῦμα μου, σὰν πρίν, ἀσκητικό.»




Φιλέλλην

Τὴν χάραξι φρόντισε τεχνικὰ νὰ γίνει.
Ἔκφρασις σοβαρὴ καὶ μεγαλοπρεπής.
Τὸ διάδημα καλλίτερα μᾶλλον στενό·
ἐκεῖνα τὰ φαρδιά των Πάρθων δὲν μὲ ἀρέσουν.
Ἡ ἐπιγραφή, ὡς σύνηθες, ἑλληνικά·
ὀχ' ὑπερβολική, ὄχι πομπώδης-
μὴν τὰ παρεξηγήσει ὁ ἀνθύπατος
ποὺ ὅλο σκαλίζει καὶ μηνὰ στὴ Ρώμη-
ἀλλ' ὅμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολὺ ἐκλεκτὸ ἀπ' τὸ ἄλλο μέρος·
κανένας δισκοβόλος ἔφηβος ὡραῖος.
Πρὸ πάντων σὲ συστείνω νὰ κυττάξεις
(Σιθάσπη, πρὸς θεοῦ, νὰ μὴ λησμονηθεῖ)
μετὰ τὸ Βασιλεὺς καὶ τὸ Σωτήρ,
νὰ χαραχθεῖ μὲ γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
Καὶ τώρα μὴ μὲ ἀρχίζεις εὐφυολογίες,
τὰ «Ποῦ οἱ Ἕλληνες;» καὶ «Ποῦ τὰ Ἑλληνικά;
πίσω ἀπ' τον Ζάγρο ἐδῶ, ἀπὸ τὰ Φράατα πέρα».
Τόσοι καὶ τόσοι βαρβαρότεροί μας ἄλλοι
ἀφοῦ τὸ γράφουν, θὰ τὸ γράψουμε κ' ἐμεῖς.
Καὶ τέλος μὴ ξεχνᾶς ποὺ ἐνίοτε
μᾶς ἔρχοντ' ἀπὸ τὴν Συρία σοφισταί,
καὶ στιχοπλόκοι, κι ἄλλοι ματαιόσπουδοι.
Ὥστε ἀνελλήνιστοι δὲν εἴμεθα, θαρρῶ.




Ἡρώδης Ἀττικός

Ἅ τοῦ Ἡρώδη τοῦ Ἀττικοῦ τί δόξα εἶν' αὐτή.

Ὁ Ἀλέξανδρος τῆς Σελευκείας, ἀπ' τοὺς καλούς μας σοφιστάς,
φθάνοντας στὰς Ἀθήνας νὰ ὁμιλήσει,
βρίσκει τὴν πόλιν ἄδεια, ἐπειδὴ ὁ Ἡρώδης
ἦταν στὴν ἐξοχή. Κ' ἡ νεολαία
ὅλη τὸν ἀκολούθησεν ἐκεῖ νὰ τὸν ἀκούει.
Ὁ σοφιστὴς Ἀλέξανδρος λοιπόν
γράφει πρὸς τὸν Ἡρώδη ἐπιστολή,
καὶ τὸν παρακαλεῖ τοὺς Ἕλληνας νὰ στείλει.
Ὁ δὲ λεπτὸς Ἡρώδης ἀπαντᾶ εὐθύς,
«Ἔρχομαι μὲ τοὺς Ἕλληνας μαζὺ κ' ἐγώ.»-

Πόσα παιδιὰ στὴν Ἀλεξάνδρεια τώρα,
στὴν Ἀντιόχεια, ἢ στὴν Βηρυτό
(οἱ ρήτορές του οἱ αὐριανοὶ ποὺ ἑτοιμάζει ὁ ἑλληνισμός),
ὅταν μαζεύονται στὰ ἐκλεκτὰ τραπέζια
ποὺ πότε ἡ ὁμιλία εἶναι γιὰ τὰ ὡραῖα σοφιστικά,
καὶ πότε γιὰ τὰ ἐρωτικά των τὰ ἐξαίσια,
ἔξαφν' ἀφηρημένα σιωποῦν.
Ἄγγιχτα τὰ ποτήρια ἀφίνουνε κοντά των,
καὶ συλλογίζονται τὴν τύχη τοῦ Ἡρώδη -
ποιός ἄλλος σοφιστὴς τ' ἀξιώθηκεν αὐτά; -
κατὰ ποὺ θέλει καὶ κατὰ ποὺ κάμνει
οἱ Ἕλληνες (οἱ Ἕλληνες!) νὰ τὸν ἀκολουθοῦν,
μήτε νὰ κρίνουν ἢ νὰ συζητοῦν,
μήτε νὰ ἐκλέγουν πιά, ν' ἀκολουθοῦνε μόνο.




Ἀλεξανδρινοί Βασιλεῖς

Μαζεύθηκαν οἱ Ἀλεξανδρινοί
νὰ δοῦν τῆς Κλεοπάτρας τὰ παιδιά,
τὸν Καισαρίωνα, καὶ τὰ μικρά του ἀδέρφια,
Ἀλέξανδρο καὶ Πτολεμαῖο, ποὺ πρώτη
φορᾶ τα βγάζαν ἔξω στὸ Γυμνάσιο,
ἐκεῖ νὰ τὰ κηρύξουν βασιλεῖς,
μὲς στὴ λαμπρὴ παράταξη τῶν στρατιωτῶν.

Ὁ Ἀλέξανδρος -- τὸν εἶπαν βασιλέα
τῆς Ἀρμενίας, τῆς Μηδίας, καὶ τῶν Πάρθων.
Ὁ Πτολεμαῖος -- τὸν εἶπαν βασιλέα
τῆς Κιλικίας, τῆς Συρίας, καὶ τῆς Φοινίκης.
Ὁ Καισαρίων στέκονταν πιὸ ἐμπροστά,
ντυμένος σὲ μετάξι τριανταφυλλί,
στὸ στῆθος του ἀνθοδέσμη ἀπὸ ὑακίνθους,
ἡ ζώνη του διπλῆ σειρὰ σαπφείρων κι ἀμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ' ἄσπρες
κορδέλλες κεντημένες μὲ ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αὐτὸν τὸν εἶπαν πιότερο ἀπὸ τοὺς μικρούς,
αὐτὸν τὸν εἶπαν Βασιλέα τῶν Βασιλέων.

Οἱ Ἀλεξανδρινοὶ ἔννοιωθαν βέβαια
ποὺ ἦσαν λόγια αὐτὰ καὶ θεατρικά.

Ἀλλὰ ἡ μέρα ἦταν ζεστὴ καὶ ποιητική,
ὁ οὐρανὸς ἕνα γαλάζιο ἀνοιχτό,
τὸ Ἀλεξανδρινὸ Γυμνάσιον ἕνα
θριαμβικὸ κατόρθωμα τῆς τέχνης,
τῶν αὐλικῶν ἡ πολυτέλεια ἔκτακτη,
ὁ Καισαρίων ὅλο χάρις κ' ἐμορφιά
(τῆς Κλεοπάτρας υἱός, αἷμα των Λαγιδῶν)·
κ' οἱ Ἀλεξανδρινοὶ ἔτρεχαν πιὰ στὴν ἑορτή,
κ' ἐνθουσιάζονταν, κ' ἐπευφημοῦσαν
ἑλληνικά, κ' αἰγυπτιακά, καὶ ποιοί ἐβραίικα,
γοητευμένοι μὲ τ' ὡραῖο θέαμα --
μ' ὅλο ποὺ βέβαια ἤξευραν τί ἄξιζαν αὐτά,
τί κούφια λόγια ἤσανε αὐτὲς οἱ βασιλεῖες.




Ἐπέστρεφε

Ἐπέστρεφε συχνὰ καὶ παῖρνε με,
ἀγαπημένη αἴσθησις ἐπέστρεφε καὶ παῖρνε μέ --
ὅταν ξυπνᾶ τοῦ σώματος ἡ μνήμη,
κ' ἐπιθυμία παληὰ ξαναπερνᾶ στὸ αἷμα·
ὅταν τὰ χείλη καὶ τὸ δέρμα ἐνθυμοῦνται,
κ' αἰσθάνονται τὰ χέρια σὰν ν' ἀγγίζουν πάλι.

Ἐπέστρεφε συχνὰ καὶ παῖρνε μὲ τὴν νύχτα,
ὅταν τὰ χείλη καὶ τὸ δέρμα ἐνθυμοῦνται....




Στὴν ἐκκλησία

Τὴν ἐκκλησία ἀγαπῶ - τὰ ἑξαπτέρυγά της,
τ' ἀσήμια τῶν σκευῶν, τὰ κηροπήγιά της,
τὰ φῶτα, τὲς εἰκόνες της, τὸν ἄμβωνά της.

Ἐκεῖ σὰν μπῶ, μὲς σ' ἐκκλησία τῶν Γραικῶν·
μὲ τῶν θυμιαμάτων της τὲς εὐωδίες,
μὲ τὲς λειτουργικὲς φωνὲς καὶ συμφωνίες,
τὲς μεγαλοπρεπεῖς τῶν ἱερέων παρουσίες
καὶ κάθε των κινήσεως τὸν σοβαρὸ ρυθμό-
λαμπρότατοι μὲς στῶν ἀμφίων τὸν στολισμό-
ὁ νοῦς μου πιαίνει σὲ τιμὲς μεγάλες τῆς φυλῆς μας,
στὸν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό.




Πολύ σπανίως

Εἶν' ἕνας γέροντας. Ἐξηντλημένος καὶ κυρτός,
σακατεμένος ἀπ' τὰ χρόνια, κι ἀπὸ καταχρήσεις,
σιγὰ βαδίζοντας διαβαίνει τὸ σοκάκι.
Κι ὅμως σὰν μπεῖ στὸ σπίτι του νὰ κρύψει
τὰ χάλια καὶ τὰ γηρατειά του, μελετᾶ
τὸ μερτικὸ ποὺ ἔχει ἀκόμα αὐτὸς στὰ νειάτα.

Ἔφηβοι τώρα τοὺς δικούς του στίχους λένε.
Στὰ μάτια των τὰ ζωηρὰ περνοῦν οἱ ὀπτασίες του.
Τὸ ὑγιές, ἡδονικὸ μυαλό των,
ἡ εὔγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
μὲ τὴν δική του ἔκφανσι τοῦ ὡραίου συγκινοῦνται.




Ὅσο μπορεῖς

Κι ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάμεις τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τοὐλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μὴν τὴν ἐξευτελίζεις
μὲς στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,
μὲς στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.

Μὴν τὴν ἐξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνὰ κ' ἐκθέτοντάς την,
στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν
τὴν καθημερινὴν ἀνοησία,
ὡς ποὺ νὰ γίνει σὰ μιὰ ξένη φορτική.




Τοῦ μαγαζιοῦ

Τὰ τύλιξε προσεκτικά, μὲ τάξι
σὲ πράσινο πολύτιμο μετάξι.

Ἀπὸ ρουμπίνια ρόδα, ἀπὸ μαργαριτάρια κρίνοι,
ἀπὸ ἀμεθύστους μενεξέδες. Ὡς αὐτὸς τὰ κρίνει,

τὰ θέλησε, τὰ βλέπει ὡραῖα· ὄχι ὅπως στὴν φύσι
τὰ εἶδεν ἢ τὰ σπούδασε. Μὲς στὸ ταμεῖον θὰ τ'αφίσει,

δεῖγμα τῆς τολμηρῆς δουλειᾶς του καὶ ἱκανῆς.
Στὸ μαγαζὶ σὰν μπεῖ ἀγοραστὴς κανείς

βγάζει ἀπ' τὲς θῆκες ἄλλα καὶ πουλεί -- περίφημα στολίδια --
βραχιόλια, ἁλυσίδες, περιδέραια, καὶ δαχτυλίδια.




Ἐπῆγα

Δὲν ἐδεσμεύθηκα. Τελείως ἀφέθηκα κ' ἐπῆγα.
Στὲς ἀπολαύσεις, ποὺ μισὸ πραγματικές,
μισὸ γυρνάμενες μὲς στὸ μυαλό μου ἦσαν,
ἐπῆγα μὲς στὴν φωτισμένη νύχτα.
Κ' ἤπια ἀπὸ δυνατὰ κρασιά, καθώς
ποὺ πίνουν οἱ ἀνδρεῖοι τῆς ἡδονῆς.




Λυσίου γραμματικοῦ τάφος

Πλησιέστατα, δεξιὰ ποὺ μπαίνεις, στὴν βιβλιοθήκη
τῆς Βηρυτοῦ θάψαμε τὸν σοφὸ Λυσία,
γραμματικόν. Ὁ χῶρος κάλλιστα προσήκει.
Τὸν θέσαμε κοντὰ σ' αὐτά του ποὺ θυμᾶται
ἴσως κ' ἐκεῖ - σχόλια, κείμενα, τεχνολογία,
γραφές, εἰς τεύχη ἑλληνισμῶν πολλὴ ἑρμηνεία.
Κ' ἐπίσης ἔτσι ἀπὸ μᾶς θὰ βλέπεται καὶ θὰ τιμᾶται
ὁ τάφος του, ὅταν ποὺ περνοῦμε στὰ βιβλία.




Εὐρίωνος τάφος

Εἰς τὸ περίτεχνον αὐτὸ μνημεῖον,
ὁλόκληρον ἐκ λίθου συηνίτου,
ποὺ τὸ σκεπάζουν τόσοι μενεξέδες, τόσοι κρίνοι,
εἶναι θαμένος ὁ ὡραῖος Εὐρίων.
Παιδὶ ἀλεξανδρινό, εἴκοσι πέντε χρόνων.
Ἀπ' τὸν πατέρα του, γενιὰ παληὰ τῶν Μακεδόνων·
ἀπὸ ἀλαβάρχας τῆς μητέρας του ἡ σειρά.
Ἔκαμε μαθητής του Ἀριστοκλείτου στὴν φιλοσοφία,
τοῦ Πάρου στὰ ρητορικά. Στὰς Θήβας τὰ ἱερά
γράμματα σπούδασε. Τοῦ Ἀρσινοϊτου
νομοῦ συνέγραψε ἱστορίαν. Αὐτὸ τοὐλάχιστον θὰ μείνει.
Χάσαμεν ὅμως τὸ πιὸ τίμιο - τὴν μορφή του,
ποὺ ἤτανε σὰν μιὰ ἀπολλώνια ὀπτασία.




Πολυέλαιος

Σὲ κάμαρη ἄδεια καὶ μικρή, τέσσαρες τοῖχοι μόνοι,
καὶ σκεπασμένοι μὲ ὁλοπράσινα πανιά,
καίει ἕνας πολυέλαιος ὡραῖος καὶ κορώνει·
καὶ μὲς στὴ φλόγα του τὴν καθεμιὰ πυρώνει
μιὰ λάγνη πάθησις, μιὰ λάγνη ὁρμή.

Μὲς στὴν μικρή την κάμαρη, ποὺ λάμπει ἀναμένη
ἀπὸ τοῦ πολυελαίου τὴν δυνατὴ φωτιά,
διόλου συνειθισμένο φῶς δὲν εἶν' αὐτὸ ποὺ βγαίνει.
Γι' ἄτολμα σώματα δὲν εἶναι καμωμένη
αὐτῆς της ζέστης ἡ ἡδονή.




Μακρυά

Θάθελα αὐτὴν τὴν μνήμη νὰ τὴν πῶ...
Μὰ ἔτσι ἐσβύσθη πιά... σὰν τίποτε δὲν ἀπομένει -
γιατί μακρυά, στὰ πρῶτα ἐφηβικά μου χρόνια κεῖται.

Δέρμα σὰν καμωμένο ἀπὸ ἰασεμί...
Ἐκείνη τοῦ Αὐγούστου - Αὔγουστος ἦταν; ἡ βραδυά...
Μόλις θυμοῦμαι πιὰ τὰ μάτια· ἦσαν, θαρρῶ, μαβιά...
Ἄ, ναί, μαβιὰ· ἕνα περίφημο μαβί.




Σοφοί δὲ προσιόντων

«Θεοὶ μὲν γὰρ μελλόντων, ἄνθρωποι δὲ γιγνομένων,
σοφοὶ δὲ προσιόντων αἰσθάνονται.»

Φιλόστρατος. Τὰ εἰς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον, VIII, Ζ

Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
Τὰ μέλλοντα γνωρίζουν οἱ θεοί,
πλήρεις καὶ μόνοι κάτοιχοι πάντων τῶν φώτων.
Ἐκ τῶν μελλόντων οἱ σοφοί τα προσερχόμενα
ἀντιλαμβάνονται. Ἡ ἀκοή

αὐτῶν κάποτ' ἐν ὥραις σοβαρῶν σπουδῶν
ταράττεται. Ἡ μυστικὴ βοή
τοὺς ἔρχεται τῶν πλησιαζόντων γεγονότων.
Καὶ τὴν προσέχουν εὐλαβεῖς. Ἐνῷ εἰς τὴν ὁδόν
ἔξω, οὐδὲν ἀκούουν οἱ λαοί.




Ὁ Θεόδοτος

Ἂν εἶσαι ἀπὸ τοὺς ἀληθινὰ ἐκλεκτούς,
τὴν ἐπικράτησί σου κύταζε πῶς ἀποκτᾶς.
Ὅσο κι ἂν δοξασθεῖς, τὰ κατορθώματά σου
στὴν Ἰταλία καὶ στὴν Θεσσαλία
ὅσο κι ἂν διαλαλοῦν ἡ πολιτεῖες,
ὅσα ψηφίσματα τιμητικά
κι ἂν σ' ἔβγαλαν στὴ Ρώμη οἱ θαυμασταί σου,
μήτε ἡ χαρὰ σοῦ μήτε ὁ θρίαμβος θὰ μείνουν,
μήτε ἀνώτερος -- τί ἀνώτερος; ἄνθρωπος θὰ αἰσθανθεῖς,
ὅταν, στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὁ Θεόδοτος σὲ φέρει,
ἐπάνω σὲ σινὶ αἱματωμένο,
τοῦ ἀθλίου Πομπηίου τὸ κεφάλι.

Καὶ μὴ ἐπαναπαύεσαι ποὺ στὴν ζωή σου
περιωρισμένη, τακτοποιημένη, καὶ πεζή,
τέτοια θεαματικὰ καὶ φοβερὰ δὲν ἔχει.
Ἴσως αὐτὴν τὴν ὥρα εἰς κανενὸς γειτόνου σου
τὸ νοικοκυρεμένο σπίτι μπαίνει --
ἀόρατος, ἄϋλος -- ὁ Θεόδοτος,
φέρνοντας τέτοιο ἕνα φρικτὸ κεφάλι.




Στοῦ καφενείου τὴν εἴσοδο

Τὴν προσοχή μου κάτι ποὺ εἶπαν πλάγι μου
διεύθυνε στοῦ καφενείου τὴν εἴσοδο.
Κ' εἶδα τ' ὡραῖο σῶμα ποὺ ἔμοιαζε
σὰν ἀπ' τὴν ἄκρα πεῖρα του νὰ τώκαμεν ὁ Ἔρως -
πλάττοντας τὰ συμμετρικὰ τοῦ μέλη μὲ χαρά·
ὑψώνοντας γλυπτὸ τὸ ἀνάστημα·
πλάττοντας μὲ συγκίνησι τὸ πρόσωπο
κι ἀφίνοντας ἀπ' τῶν χεριῶν του τὸ ἄγγιγμα
ἕνα αἴσθημα στὸ μέτωπο, στὰ μάτια, καὶ στὰ χείλη.




Ὀμνύει

Ὀμνύει κάθε τόσο ν' ἀρχίσει πιὸ καλὴ ζωή.
Ἄλλ' ὅταν ἔλθ' ἡ νύχτα μὲ τὲς δικές της συμβουλές,
μὲ τοὺς συμβιβασμούς της, καὶ μὲ τὲς ὑποσχέσεις της·
ἀλλ' ὅταν ἔλθ' ἡ νύχτα μὲ τὴν δική της δύναμι
τοῦ σώματος ποὺ θέλει καὶ ζητεῖ, στὴν ἴδια
μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπηαίνει.




Μία νύχτα

Ἡ κάμαρα ἦταν πτωχικὴ καὶ πρόστυχη,
κρυμένη ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὕποπτη ταβέρνα.
Ἀπ' τὸ παράθυρο φαίνονταν τὸ σοκάκι,
τὸ ἀκάθαρτο καὶ τὸ στενό. Ἀπὸ κάτω
ἤρχονταν ἡ φωνὲς κάτι ἐργατῶν
ποὺ ἔπαιζαν χαρτιὰ καὶ ποὺ γλεντοῦσαν.

Κ' ἐκεῖ στὸ λαϊκό, τὸ ταπεινὸ κρεββάτι
εἶχα τὸ σῶμα τοῦ ἔρωτος, εἶχα τὰ χείλη
τὰ ἡδονικὰ καὶ ρόδινα τῆς μέθης -
τὰ ρόδινα μιᾶς τέτοιας μέθης, ποὺ καὶ τώρα
ποὺ γράφω, ἔπειτ' ἀπὸ τόσα χρόνια!,
μὲς στὸ μονῆρες σπίτι μου, μεθῶ ξανά.




Θάλασσα τοῦ πρωιοῦ

Ἐδῶ ἂς σταθῶ. Κι ἂς δῶ κ' ἐγὼ τὴν φύσι λίγο.
Θάλασσας τοῦ πρωϊοῦ κι ἀνέφελου οὐρανοῦ
λαμπρὰ μαβιά, καὶ κίτρινη ὄχθη· ὅλα
ὡραῖα καὶ μεγάλα φωτισμένα.

Ἐδῶ ἂς σταθῶ. Κι ἂς γελασθῶ πὼς βλέπω αὐτά
(τὰ εἴδ' ἀλήθεια μιὰ στιγμὴ σὰν πρωτοστάθηκα)·
κι ὄχι κ' ἐδῶ τὲς φαντασίες μου,
τὲς ἀναμνήσεις μου, τὰ ἰνδάλματα τῆς ἡδονῆς.




Ζωγραφισμένα

Τὴν ἐργασία μου τὴν προσέχω καὶ τὴν ἀγαπῶ.
Μὰ τῆς συνθέσεως μ' ἀποθαρρύνει σήμερα ἡ βραδύτης.
Ἡ μέρα μ' ἐπηρέασε. Ἡ μορφή της
ὅλο καὶ σκοτεινιάζει. Ὅλο φυσᾶ καὶ βρέχει.
Πιότερο ἐπιθυμῶ νὰ δῶ παρὰ νὰ πῶ.
Στὴ ζωγραφιὰν αὐτὴ κυττάζω τώρα
ἕνα ὡραῖο ἀγόρι ποὺ σιμὰ στὴ βρύσι
ἐπλάγιασεν, ἀφοῦ θ' ἀπέκαμε νὰ τρέχει.
Τί ὡραῖο παιδὶ· τί θεῖο μεσημέρι τὸ ἔχει
παρμένο πιὰ γιὰ νὰ τὸ ἀποκοιμίσει.-
Κάθομαι καὶ κυττάζω ἔτσι πολλὴν ὥρα.
Καὶ μὲς στὴν τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι ἀπ΄την δούλεψή της.




Ὀροφέρνης

Αὐτὸς ποὺ εἰς τὸ τετράδραχμον ἐπάνω
μοιάζει σὰν νὰ χαμογελᾶ τὸ πρόσωπό του,
τὸ ἔμορφο, λεπτό του πρόσωπο,
αὐτὸς εἶν' ὁ Ὀροφέρνης Ἀριαράθου.
Παιδὶ τὸν ἔδιωξαν ἀπ' την Καππαδοκία,
ἀπ' τὸ μεγάλο πατρικὸ παλάτι,
καὶ τὸν ἐστείλανε νὰ μεγαλώσει
στὴν Ἰωνία, καὶ νὰ ξεχασθεῖ στοὺς ξένους.

Α ἐξαίσιες τῆς Ἰωνίας νύχτες
ποὺ ἄφοβα, κ' ἑλληνικὰ ὅλως διόλου
ἐγνώρισε πλήρη τὴν ἡδονή.
Μὲς στὴν καρδιά του, πάντοτε Ἀσιανός·
ἀλλὰ στοὺς τρόπους του καὶ στὴν λαλιά του Ἕλλην,
μὲ περουζέδες στολισμένος, ἑλληνοντυμένος,
τὸ σῶμα του μὲ μύρον ἰασεμιοῦ εὐωδιασμένο,
κι ἀπ' τοὺς ὡραίους τῆς Ἰωνίας νέους,
ὁ πιὸ ὡραῖος αὐτός, ὁ πιὸ ἰδανικός.

Κατόπι σὰν οἱ Σύροι στὴν Καππαδοκία
μπῆκαν, καὶ τὸν ἐκάμαν βασιλέα,
στὴν βασιλεία χύθηκεν ἐπάνω
γιὰ νὰ χαρεῖ μὲ νέον τρόπο κάθε μέρα,
γιὰ νὰ μαζεύει ἁρπαχτικὰ χρυσὸ κι ἀσήμι,
καὶ γιὰ νὰ εὐφραίνεται, καὶ νὰ κομπάζει,
βλέποντας πλούτη στοιβαγμένα νὰ γυαλίζουν.
Ὅσο γιὰ μέριμνα τοῦ τόπου, γιὰ διοίκησι -
οὔτ' ἤξερε τί γένονταν τριγύρω του.

Οἱ Καππαδόκες γρήγορα τὸν βγάλαν·
καὶ στὴν Συρία ξέπεσε, μὲς στὸ παλάτι
τοῦ Δημητρίου νὰ διασκεδάζει καὶ νὰ ὀκνεύει.


Μιὰ μέρα ὡστόσο τὴν πολλὴν ἀργία του
συλλογισμοὶ ἀσυνείθιστοι διεκόψαν·
θυμήθηκε ποὺ ἀπ' τὴν μητέρα του Ἀντιοχίδα,
κι ἀπ' τὴν παληὰν ἐκείνη Στρατονίκη,
κι αὐτὸς βαστοῦσε ἀπ' τὴν κορώνα τῆς Συρίας,
καὶ Σελευκίδης ἤτανε σχεδόν.
Γιὰ λίγο βγῆκε ἀπ' τὴν λαγνεία κι ἀπ' τὴν μέθη,
κι ἀνίκανα, καὶ μισοζαλισμένος
κάτι ἐζήτησε νὰ ραδιουργήσει,
κάτι νὰ κάμει, κάτι νὰ σχεδιάσει,
κι ἀπέτυχεν οἰκτρὰ κ' ἐξουδενώθη.


Τὸ τέλος του κάπου θὰ γράφηκε κ' ἐχάθη·
ἢ ἴσως ἡ ἱστορία νὰ τὸ πέρασε,
καί, μὲ τὸ δίκιο της, τέτοιο ἀσήμαντο
πρᾶγμα δὲν καταδέχθηκε νὰ τὸ σημειώσει.

Αὐτὸς ποὺ εἰς τὸ τετράδραχμον ἐπάνω
μιὰ χάρι ἀφῆκε ἀπ' τὰ ὡραῖα του νειάτα,
ἀπ' τὴν ποιητικὴ ἐμορφιά του ἕνα φῶς,
μιὰ μνήμη αἰσθητικὴ ἀγοριοῦ τῆς Ἰωνίας,
αὐτὸς εἶν' ὁ Ὀροφέρνης Ἀριαράθου.




Ἡ Μάχη τῆς Μαγνησίας

Ἔχασε τὴν παληά του ὁρμή, τὸ θάρρος του.
Τοῦ κουρασμένου σώματός του, τοῦ ἄρρωστου

σχεδόν, θάχει κυρίως τὴν φροντίδα. Κι ὁ ἐπίλοιπος
βίος του θὰ διέλθει ἀμέριμνος. Αὐτὰ ὁ Φίλιππος

τοὐλάχιστον διατείνεται. Ἀπόψι κύβους παίζει·
ἔχει ὄρεξη νὰ διασκεδάσει. Στὸ τραπέζι

βάλτε πολλὰ τριαντάφυλλα. Τί ἂν στὴν Μαγνησία
ὁ Ἀντίοχος κατεστράφηκε. Λένε πανωλεθρία

ἔπεσ' ἐπάνω στοῦ λαμπροῦ στρατεύματος τὰ πλήθια.
Μπορεῖ νὰ τὰ μεγάλωσαν· ὅλα δὲν θάναι ἀλήθεια.

Εἴθε. Γιατί ἀγκαλὰ κ' ἐχθρός, ἤσανε μιὰ φυλή.
Ὅμως ἕνα «εἴθε» εἶν' ἀρκετό. Ἴσως κιόλας πολύ.

Ὁ Φίλιππος τὴν ἑορτὴ βέβαια δὲν θ' ἀναβάλει.
Ὅσο καὶ ἂν στάθηκε τοῦ βίου του ἡ κόπωσις μεγάλη,

ἕνα καλὸ διατήρησεν ἡ μνήμη διόλου δὲν τοῦ λείπει.
Θυμᾶται πόσο στὴν Συρία θρήνησαν, τί εἶδος λύπη

εἶχαν, σὰν ἔγινε σκουπίδι ἡ μάνα των Μακεδονία.-
Ν' ἀρχίσει τὸ τραπέζι. Δοῦλοι· τοὺς αὐλούς, τὴ φωταψία.




Μανουήλ Κομνηνός

Ὁ βασιλεὺς κυρ Μανουὴλ ὁ Κομνηνός
μιὰ μέρα μελαγχολικὴ τοῦ Σεπτεμβρίου
αἰσθάνθηκε τὸν θάνατο κοντά. Οἱ ἀστρολόγοι
(οἱ πληρωμένοι) τῆς αὐλῆς ἐφλυαροῦσαν
ποὺ ἄλλα πολλὰ χρόνια θὰ ζήσει ἀκόμη.
Ἐνῷ ὅμως ἔλεγαν αὐτοί, ἐκεῖνος
παληὲς συνήθειες εὐλαβεῖς θυμᾶται,
κι ἀπ' τὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν προστάζει
ἐνδύματα ἐκκλησιαστικὰ νὰ φέρουν,
καὶ τὰ φορεῖ, κ' εὐφραίνεται ποὺ δείχνει
ὄψι σεμνὴν ἱερέως ἢ καλογήρου.

Εὐτυχισμένοι ὅλοι ποὺ πιστεύουν,
καὶ σὰν τὸν βασιλέα κυρ Μανουὴλ τελειώνουν
ντυμένοι μὲς τὴν πίστι των σεμνότατα.




Ἡ δυσαρέσκεια τοῦ Σελευκίδου

Δυσαρεστήθηκεν ὁ Σελευκίδης
Δημήτριος νὰ μάθει ποὺ στὴν Ἰταλία
ἔφθασεν ἕνας Πτολεμαῖος σὲ τέτοιο χάλι.
Μὲ τρεῖς ἢ τέσσαρες δούλους μονάχα·
πτωχοντυμένος καὶ πεζός. Ἔτσι μιὰ εἰρωνία
θὰ καταντήσουν πιά, καὶ παίγνιο μὲς στὴν Ρώμη
τὰ γένη των. Ποὺ κατὰ βάθος ἔγιναν
σὰν ἕνα εἶδος ὑπηρέται τῶν Ρωμαίων
τὸ ξέρει ὁ Σελευκίδης, ποὺ αὐτοί τους δίδουν
κι αὐτοί τους παίρνουνε τοὺς θρόνους των
αὐθαίρετα, ὡς ἐπιθυμοῦν, τὸ ξέρει.
Ἀλλὰ τοὐλάχιστον στὸ παρουσιαστικό των
ἂς διατηροῦν κάποια μεγαλοπρέπεια·
νὰ μὴ ξεχνοῦν ποὺ εἶναι βασιλεῖς ἀκόμη,
ποὺ λέγονται (ἀλλοίμονον!) ἀκόμη βασιλεῖς.

Γι' αὐτὸ συγχίσθηκεν ὁ Σελευκίδης
Δημήτριος· κι ἀμέσως πρόσφερε στὸν Πτολεμαῖο
ἐνδύματα ὁλοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό,
βαρύτιμα διαμαντικά, πολλούς
θεράποντας καὶ συνοδούς, τὰ πιὸ ἀκριβά του ἄλογα,
γιὰ νὰ παρουσιασθεῖ στὴν Ρώμη καθὼς πρέπει,
σὰν Ἀλεξανδρινὸς Γραικὸς μονάρχης.

Ἄλλ' ὁ Λαγίδης, ποὺ ἦλθε γιὰ τὴν ἐπαιτεία,
ἤξερε τὴν δουλειά του καὶ τ' ἀρνήθηκε ὅλα·
διόλου δὲν τοῦ χρειάζονταν αὐτὲς ἡ πολυτέλειες.
Παληοντυμένος, ταπεινὸς μπῆκε στὴν Ρώμη,
καὶ κόνεψε σ' ἑνὸς μικροῦ τεχνίτου σπίτι.
Κ' ἔπειτα παρουσιάσθηκε σὰν κακομοίρης
καὶ σὰν πτωχάνθρωπος στὴν Σύγκλητο,
ἔτσι μὲ πιὸ ἀποτέλεσμα νὰ ζητιανέψει.




Ὅταν διεγείρονται

Προσπάθησε νὰ τὰ φυλάξεις, ποιητῆ,
ὅσο κι ἂν εἶναι λίγα αὐτὰ ποὺ σταματιοῦνται.
Τοῦ ἐρωτισμοῦ σου τὰ ὁράματα.
Βάλ' τα, μισοκρυμμένα, μὲς τὲς φράσεις σου.
Προσπάθησε νὰ τὰ κρατήσεις, ποιητῆ,
ὅταν διεγείρονται μὲς τὸ μυαλό σου
τὴν νύχτα, ἢ μὲς τὴν λάμψι τοῦ μεσημεριοῦ.




Ἐν τῇ ὁδῷ

Τὸ συμπαθητικό του πρόσωπο, κομμάτι ὠχρό·
τὰ καστανᾶ του μάτια, σὰν κομένα·
εἴκοσι πέντ' ἐτῶν, πλὴν μοιάζει μᾶλλον εἴκοσι·
μὲ κάτι καλλιτεχνικὸ στὸ ντύσιμό του
τίποτε χρῶμα της κραβάτας, σχῆμα τοῦ κολλάρου -
ἀσκόπως περπατεῖ μὲς στὴν ὁδό,
ἀκόμη σὰν ὑπνωτισμένος ἀπ' τὴν ἄνομη ἡδονή,
ἀπὸ τὴν πολὺ ἄνομη ἡδονὴ ποὺ ἀπέκτησε.




Ἐνώπιον τοῦ ἀγάλματος τοῦ Ἐνδυμίωνος

Ἐπὶ ἅρματος λευκοῦ ποὺ τέσσαρες ἡμίονοι
πάλλευκοι σύρουν, μὲ κοσμήματ' ἀργυρᾶ,
φθάνω ἐκ Μιλήτου εἰς τὸν Λάτμον. Ἱερά
τελῶν - θυσίας καὶ σπονδάς - τῷ Ἐνδυμίωνι,
ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἔπλευσα ἐν τριήρει πορφυρᾶ.-
Ἰδοὺ τὸ ἄγαλμα. Ἐν ἐκστάσει βλέπω νῦν
τοῦ Ἐνδυμίωνος τὴν φημισμένην καλλονήν.
Ἰάσμων κάνιστρα κενοῦν οἱ δοῦλοι μου· κ' εὐοίωνοι
ἐπευφημίαι ἐξύπνησαν ἀρχαίων χρόνων ἡδονήν.




Ἐν πόλει τῆς Ὀσροηνῆς

Ἀπ' τῆς ταβέρνας τὸν καυγᾶ μας φέραν πληγωμένο
τὸν φίλον Ρέμωνα χθὲς περὶ τὰ μεσάνυχτα.
Ἀπ' τὰ παράθυρα ποὺ ἀφίσαμεν ὁλάνοιχτα,
τ' ὡραῖο του σῶμα στὸ κρεββάτι φώτιζε ἡ σελήνη.
Εἴμεθα ἕνα κρᾶμα ἐδῶ· Σύροι, Γραικοί, Ἀρμένιοι, Μῆδοι.
Τέτοιος κι ὁ Ρέμων εἶναι. Ὅμως χθὲς σὰν φώτιζε
τὸ ἐρωτικό του πρόσωπο ἡ σελήνη,
ὁ νοῦς μας πῆγε στὸν πλατωνικὸ Χαρμίδη.




Πέρασμα

Ἐκεῖνα ποὺ δειλὰ φαντάσθη μαθητής, εἶν' ἀνοιχτά,
φανερωμένα ἐμπρός του. Καὶ γυρνᾶ, καὶ ξενυχτᾶ,
καὶ παρασύρεται. Κι ὡς εἶναι (γιὰ τὴν τέχνη μας) σωστό,
τὸ αἷμα του, καινούριο καὶ ζεστό,
ἡ ἡδονή το χαίρεται. Τὸ σῶμα του νικᾶ
ἔκνομη ἐρωτικὴ μέθη· καὶ τὰ νεανικά
μέλη ἐνδίδουνε σ' αὐτήν.
Κ' ἔτσι ἕνα παιδὶ ἁπλό
γένεται ἄξιο νὰ τὸ δοῦμε, κι ἀπ' τὸν Ὑψηλό
τῆς Ποιήσεως Κόσμο μιὰ στιγμὴ περνᾶ κι αὐτό -
τὸ αἰσθητικὸ παιδὶ μὲ τὸ αἷμα του καινούριο καὶ ζεστό.




Γιὰ τὸν Ἀμμόνη, ποὺ πέθανε 29 ἐτῶν, στὰ 610

Ραφαήλ, ὀλίγους στίχους σὲ ζητοῦν
γιὰ ἐπιτύμβιον τοῦ ποιητοῦ Ἀμμόνη νὰ συνθέσεις.
Κάτι πολὺ καλαίσθητον καὶ λεῖον. Σὺ θὰ μπορέσεις,
εἶσαι ὁ κατάλληλος, νὰ γράψεις ὡς ἁρμόζει
γιὰ τὸν ποιητὴν Ἀμμόνη, τὸν δικό μας.

Βέβαια θὰ πεῖς γιὰ τὰ ποιήματά του -
ἀλλὰ νὰ πεῖς καὶ γιὰ τὴν ἐμορφιά του,
γιὰ τὴν λεπτὴ ἐμορφιά του ποὺ ἀγαπήσαμε.

Πάντοτε ὡραῖα καὶ μουσικὰ τὰ ἑλληνικὰ σοῦ εἶναι.
Ὅμως τὴν μαστοριά σου ὄληνα τὴ θέμε τώρα.
Σὲ ξένη γλῶσσα ἡ λύπη μᾶς κ' ἡ ἀγάπη μας περνοῦν.
Τὸ αἰγυπτιακό σου αἴσθημα χῦσε στὴν ξένη γλῶσσα.

Ραφαήλ, οἱ στίχοι σου ἔτσι νὰ γραφοῦν
ποὺ νάχουν, ξέρεις, ἀπὸ τὴν ζωή μας μέσα των,
ποὺ κι ὁ ρυθμὸς κ' ἡ κάθε φράσις νὰ δηλοῦν
ποὺ γι' Ἀλεξανδρινὸ γράφει Ἀλεξανδρινός.




Ἕνας Θεός των

Ὅταν κανένας τῶν περνοῦσεν ἀπ' της Σελευκείας
τὴν ἀγορά, περὶ τὴν ὥρα ποὺ βραδυάζει,
σὰν ὑψηλὸς καὶ τέλεια ὡραῖος ἔφηβος,
μὲ τὴν χαρὰ τῆς ἀφθαρσίας μὲς στὰ μάτια,
μὲ τ' ἀρωματισμένα μαῦρα του μαλλιά,
οἱ διαβάται τον ἐκύτταζαν
κι ὁ ἕνας τον ἄλλονα ρωτοῦσεν ἂν τὸν γνώριζε,
κι ἂν ἦταν Ἕλλην τῆς Συρίας, ἢ ξένος. Ἀλλὰ μερικοί,
ποὺ μὲ περισσοτέρα προσοχὴ παρατηροῦσαν,
ἐκαταλάμβαναν καὶ παραμέριζαν·
κ' ἐνῷ ἐχάνετο κάτω ἀπ' τὲς στοές,
μὲς στὲς σκιὲς καὶ μὲς στὰ φῶτα της βραδυάς,
πηαίνοντας πρὸς τὴν συνοικία ποὺ τὴν νύχτα
μονάχα ζεῖ, μὲ ὄργια καὶ κραιπάλη,
καὶ κάθε εἴδους μέθη καὶ λαγνεία,
ἐρέμβαζαν ποιός τάχα ἦταν ἐξ Αὐτῶν,
καὶ γιὰ ποιὰν ὕποπτην ἀπόλαυσί του
στῆς Σελευκείας τοὺς δρόμους ἐκατέβηκεν
ἀπ' τὰ Προσκυνητά, Πάνσεπτα Δώματα.




Ἐν ἑσπέρα

Πάντως δὲ θὰ διαρκούσανε πολύ. Ἡ πεῖρα
τῶν χρόνων μὲ τὸ δείχνει. Ἄλλ' ὅμως κάπως βιαστικά
ἦλθε καὶ τὰ σταμάτησεν ἡ Μοῖρα.
Ἤτανε σύντομος ὁ ὡραῖος βίος.
Ἀλλὰ τί δυνατὰ ποὺ ἦσαν τὰ μύρα,
σὲ τί ἐξαίσια κλίνην ἐπλαγιάσαμε,
σὲ τί ἡδονὴ τὰ σώματά μας δώσαμε.

Μιὰ ἀπήχησις τῶν ἡμερῶν τῆς ἡδονῆς,
μιὰ ἀπήχησις τῶν ἡμερῶν κοντὰ μοῦ ἦλθε,
κάτι ἀπ' τῆς νεότητός μας των δυονώ την πύρα·
στὰ χέρια μου ἕνα γράμμα ξαναπῆρα,
καὶ διάβαζα πάλι καὶ πάλι ὡς ποὺ ἔλειψε το φῶς.

Καὶ βγῆκα στὸ μπαλκόνι μελαγχολικά-
βγῆκα ν' ἀλλάξω σκέψεις βλέποντας τοὐλάχιστον
ὀλίγη ἀγαπημένη πολιτεία,
ὀλίγη κίνησι τοῦ δρόμου καὶ τῶν μαγαζιῶν.




Ἡδονή

Χαρὰ καὶ μύρο τῆς ζωῆς μου ἡ μνήμη τῶν ὡρῶν
ποὺ ηὗρα καὶ ποὺ κράτηξα τὴν ἡδονὴ ὡς τὴν ἤθελα.
Χαρὰ καὶ μύρο τῆς ζωῆς μου ἐμένα, ποὺ ἀποστράφηκα
τὴν κάθε ἀπόλαυσιν ἐρώτων τῆς ρουτίνας.




Γκρίζα

Κυττάζοντας ἕνα ὀπάλιο μισὸ γκρίζο
θυμήθηκα δυὸ ὡραῖα γκρίζα μάτια
ποὺ εἶδα· θάναι εἴκοσι χρόνια πρίν...

.....................................

Γιὰ ἕνα μῆνα ἀγαπηθήκαμε.
Ἔπειτα ἔφυγε, θαρρῶ στὴν Σμύρνη,
γιὰ νὰ ἐργασθεῖ ἐκεῖ, καὶ πιὰ δὲν ἰδωθήκαμε.

Θ' ἀσχήμισαν - ἂν ζεῖ - τὰ γκρίζα μάτια·
θὰ χάλασε τ' ὡραῖο πρόσωπο.

Μνήμη μου, φύλαξέ τα σὺ ὡς ἦσαν.
Καί, μνήμη, ὅ,τι μπορεῖς ἀπὸ τὸν ἔρωτά μου αὐτόν,
ὅ,τι μπορεῖς φέρε μὲ πίσω ἀπόψι.




Ἰασῆ Τάφος

Κεῖμαι ὁ Ἰασὴς ἐνταῦθα. Τῆς μεγάλης ταύτης πόλεως
ὁ ἔφηβος ὁ φημισμένος γιὰ ἐμορφιά.
Μ' ἐθαύμασαν βαθεῖς σοφοὶ· κ' ἐπίσης ὁ ἐπιπόλαιος,
ὁ ἁπλοῦς λαός. Καὶ χαίρομουν ἴσα καὶ γιά

τὰ δυό. Μὰ ἀπ' τὸ πολὺ νὰ μ' ἔχει ὁ κόσμος Νάρκισσο κ' Ἑρμῆ,
ἡ καταχρήσεις μ' ἔφθειραν, μ' ἐσκότωσαν. Διαβάτη,
ἂν εἶσαι Ἀλεξανδρεύς, δὲν θὰ ἐπικρίνεις. Ξέρεις τὴν ὁρμή
τοῦ βίου μας· τί θέρμην ἔχει· τί ἡδονὴ ὑπερτάτη.




Ἐν τῷ μηνί Ἀθύρ

Μὲ δυσκολία διαβάζω στὴν πέτρα τὴν ἀρχαία.
«Κὺ[ρι]ε Ἰησοῦ Χριστέ». Ἕνα «Ψὺ[χ]ήν» διακρίνω.
«Ἐν τῷ μὴ[νί] Ἀθὺρ» «Ὁ Λεύκιο[ς] ἔ[κοιμ]ήθη».
Στὴ μνεία τῆς ἡλικίας «Ἐβὶ[ωσ]εν ἐτῶν»,
τὸ Κάππα Ζῆτα δείχνει ποὺ νέος ἐκοιμήθη.
Μὲς στὰ φθαρμένα βλέπω «Αὐτό[ν]... Ἀλεξανδρέα».
Μετὰ ἔχει τρεὶς γραμμὲς πολὺ ἀκρωτηριασμένες·
μὰ κάτι λέξεις βγάζω - σὰν «δ[ά]κρυα ἡμῶν», «ὀδύνην»,
κατόπιν πάλι «δάκρυα», καί «[ἠμ]ίν τοῖς [φ]ίλοις πένθος».
Μὲ φαίνεται ποὺ ὁ Λεύκιος μεγάλως θ' ἀγαπήθη.
Ἐν τῷ μηνὶ Ἀθὺρ ὁ Λεύκιος ἐκοιμήθη.




Ἔτσι πολὺ ἀτένισα

Τὴν ἐμορφιὰ ἔτσι πολὺ ἀτένισα,
ποὺ πλήρης εἶναι αὐτῆς ἡ ὅρασίς μου.

Γραμμὲς τοῦ σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ἡδονικά.
Μαλλιὰ σὰν ἀπὸ ἀγάλματα ἑλληνικὰ παρμένα·
πάντα ἔμορφα, κι ἀχτένιστα σὰν εἶναι,
καὶ πέφτουν, λίγο, ἐπάνω στ' ἄσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα τῆς ἀγάπης, ὅπως τάθελεν
ἡ ποίησίς μου... μὲς στὲς νύχτες τῆς νεότητός μου,
μέσα στὲς νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα...




Ἰγνατίου τάφος

Ἐδῶ δὲν εἶμαι ὁ Κλέων ποὺ ἀκούσθηκα
στὴν Ἀλεξάνδρεια (ὅπου δύσκολα ξιπάζονται)
γιὰ τὰ λαμπρά μου σπίτια, γιὰ τοὺς κήπους,
γιὰ τ' ἄλογα καὶ γιὰ τ' ἁμάξια μου,
γιὰ τὰ διαμαντικὰ καὶ τὰ μετάξια ποὺ φοροῦσα.
Ἄπαγε· ἐδῶ δὲν εἶμαι ὁ Κλέων ἐκεῖνος·
τὰ εἰκοσιοκτώ μου χρόνια νὰ σβυσθοῦν.
Εἴμ' ὁ Ἰγνάτιος, ἀναγνώστης, ποὺ πολὺ ἀργά
συνῆλθα· ἀλλ' ὅμως κ' ἔτσι δέκα μῆνες ἔζησα εὐτυχεῖς
μὲς στὴν γαλήνη καὶ μὲς στὴν ἀσφάλεια τοῦ Χριστοῦ.




Μέρες τοῦ 1903

Δὲν τὰ ηὗρα πιὰ ξανά - τὰ τόσο γρήγορα χαμένα...
τὰ ποιητικὰ τὰ μάτια, τὸ χλωμό
τὸ πρόσωπο... στὸ νύχτωμα τοῦ δρόμου...

Δὲν τὰ ηὗρα πιά - τ' ἀποκτηθέντα κατὰ τύχην ὅλως,
ποὺ ἔτσι εὔκολα παραίτησα
καὶ ποὺ κατόπιν μὲ ἀγωνίαν ἤθελα.
Τὰ ποιητικὰ τὰ μάτια, τὸ χλωμὸ τὸ πρόσωπο,
τὰ χείλη ἐκεῖνα δὲν τὰ ηὗρα πιά.




Ἡ προθήκη του καπνοπωλείου

Κοντὰ σὲ μιὰ κατάφωτη προθήκη
καπνοπωλείου ἐστέκονταν, ἀνάμεσα σ' ἄλλους πολλούς.
Τυχαίως τὰ βλέμματά των συναντήθηκαν,
καὶ τὴν παράνομην ἐπιθυμία τῆς σαρκός των
ἐξέφρασαν δειλά, διστακτικά.
Ἔπειτα, ὀλίγα βήματα στὸ πεζοδρόμιο ἀνήσυχα -
ὡς ποὺ ἐμειδίασαν, κ' ἔνευσαν ἐλαφρῶς.

Καὶ τότε πιὰ τὸ ἁμάξι τὸ κλεισμένο...
τὸ αἰσθητικὸ πλησίασμα τῶν σωμάτων·
τὰ ἑνωμένα χέρια, τὰ ἑνωμένα χείλη.




Καισαρίων

Ἐν μέρει γιὰ νὰ ἐξακριβώσω μιὰ ἐποχή,
ἐν μέρει καὶ τὴν ὥρα νὰ περάσω,
τὴν νύχτα χθὲς πῆρα μιὰ συλλογή
ἐπιγραφῶν των Πτολεμαίων νὰ διαβάσω.
Οἱ ἄφθονοι ἔπαινοι κ' οἱ κολακεῖες
εἰς ὅλους μοιάζουν. Ὅλοι εἶναι λαμπροί,
ἔνδοξοι, κραταιοί, ἀγαθοεργοί·
καθ' ἐπιχείρησίς των σοφοτάτη.
Ἂν πεῖς γιὰ τὲς γυναῖκες τῆς γενιᾶς, κι αὐτές,
ὅλες οἱ Βερενίκες κ' οἱ Κλεοπάτρες θαυμαστές.

Ὅταν κατόρθωσα τὴν ἐποχὴ νὰ ἐξακριβώσω
θάφινα τὸ βιβλίο ἂν μιὰ μνεία μικρή,
κι ἀσήμαντη, τοῦ βασιλέως Καισαρίωνος
δὲν εἵλκυε τὴν προσοχή μου ἀμέσως...

Ἄ, νά, ἦρθες σὺ μὲ τὴν ἀόριστη
γοητεία σου. Στὴν ἱστορία λίγες
γραμμὲς μονάχα βρίσκονται γιὰ σένα,
κ' ἔτσι πιὸ ἐλεύθερα σ' ἔπλασα μὲς στὸ νοῦ μου.
Σ' ἔπλασα ὡραῖο κ' αἰσθηματικό.
Ἡ τέχνη μου στὸ πρόσωπό σου δείνει
μιὰν ὀνειρώδη συμπαθητικὴ ἐμορφιά.
Καὶ τόσο πλήρως σὲ φαντάσθηκα,
ποὺ χθὲς τὴν νύχτα ἀργά, σὰν ἔσβυνεν
ἡ λάμπα μου -ἄφισα ἐπίτηδες νὰ σβύνει-
ἐθάρεψα ποὺ μπῆκες μὲς στὴν κάμαρά μου,
μὲ φάνηκε ποὺ ἐμπρὸς μοῦ στάθηκες ὡς θὰ ἤσουν
μὲς στὴν κατακτημένην Ἀλεξάνδρεια,
χλωμὸς καὶ κουρασμένος, ἰδεώδης ἐν τῇ λύπῃ σου,
ἐλπίζοντας ἀκόμη νὰ σὲ σπλαχνισθοῦν
οἱ φαῦλοι - ποὺ ψιθύριζαν τὸ «Πολυκαισαρίη»




Θυμήσου, σῶμα...

Σῶμα, θυμήσου ὄχι μόνο τὸ πόσο ἀγαπήθηκες,
ὄχι μονάχα τὰ κρεββάτια ὅπου πλάγιασες,
ἀλλὰ κ' ἐκεῖνες τὲς ἐπιθυμίες ποὺ γιὰ σένα
γυάλιζαν μὲς στὰ μάτια φανερά,
κ' ἐτρέμανε μὲς στὴ φωνή -- καὶ κάποιο
τυχαῖον ἐμπόδιο τὲς ματαίωσε.
Τώρα ποὺ εἶναι ὅλα πιὰ μέσα στὸ παρελθόν,
μοιάζει σχεδὸν καὶ στὲς ἐπιθυμίες
ἐκεῖνες σὰν νὰ δόθηκες -- πῶς γυάλιζαν,
θυμήσου, μὲς στὰ μάτια ποὺ σὲ κύτταζαν·
πῶς ἔτρεμαν μὲς στὴ φωνή, γιὰ σέ, θυμήσου, σῶμα.




Λάνη τάφος

Ὁ Λάνης ποὺ ἀγάπησες ἐδῶ δὲν εἶναι, Μᾶρκε,
στὸν τάφο ποὺ ἔρχεσαι καὶ κλαῖς, καὶ μένεις ὧρες κι ὧρες.
Τὸν Λάνη ποὺ ἀγάπησες τὸν ἔχεις πιὸ κοντά σου
στὸ σπίτι σου ὅταν κλείεσαι καὶ βλέπεις τὴν εἰκόνα,
ποὺ αὐτὴ κάπως διατήρησεν ὅ,τ' εἶχε ποὺ ν' ἀξίζει,
ποὺ αὐτὴ κάπως διατήρησεν ὅ,τ' εἶχες ἀγαπήσει.

Θυμᾶσαι, Μᾶρκε, ποὺ ἔφερες ἀπὸ τοῦ ἀνθυπάτου
τὸ μέγαρον τὸν Κυρηναῖο περίφημο ζωγράφο,
καὶ μὲ τί καλλιτεχνικὴν ἐκεῖνος πανουργία
μόλις εἶδε τὸν φίλο σοῦ κ' ἤθελε νὰ σᾶς πείσει
ποὺ ὡς Ὑάκινθον ἐξ ἅπαντος ἔπρεπε νὰ τὸν κάμει
(μ' αὐτὸν τὸν τρόπο πιὸ πολὺ θ' ἀκούονταν ἡ εἰκῶν του).

Μὰ ὁ Λάνης σου δὲν δάνειζε τὴν ἐμορφιά του ἔτσι·
καὶ σταθερὰ ἐναντιωθεὶς εἶπε νὰ παρουσιάσει
ὄχι διόλου τὸν Ὑάκινθον, ὄχι κανέναν ἄλλον,
ἀλλὰ τὸν Λάνη, υἱό του Ραμετίχου, Ἀλεξανδρέα.




Νόησις

Τὰ χρόνια τῆς νεότητός μου, ὁ ἡδονικός μου βίος --
πῶς βλέπω τώρα καθαρὰ τὸ νόημά των.

Τί μεταμέλειες περιττές, τί μάταιες....

Ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα τὸ νόημα τότε.

Μέσα στὸν ἔκλυτο τῆς νεότητός μου βίο
μορφόνονταν βουλὲς τῆς ποιήσεώς μου,
σχεδιάζονταν τῆς τέχνης μου ἡ περιοχή.

Γι' αὐτὸ κ' ἡ μεταμέλειες σταθερὲς ποτὲ δὲν ἦσαν.
Κ' ἡ ἀποφάσεις μου νὰ κρατηθῶ, ν' ἀλλάξω
διαρκοῦσαν δύο ἑβδομάδες τὸ πολύ.





Ἡ διορία τοῦ Νέρωνος

Δὲν ἀνησύχησεν ὁ Νέρων ὅταν ἄκουσε
τοῦ Δελφικοῦ Μαντείου τὸν χρησμό.
«Τὰ ἑβδομῆντα τρία χρόνια νὰ φοβᾶται».
Εἶχε καιρὸν ἀκόμη νὰ χαρεῖ.
Τριάντα χρονὼ εἶναι. Πολὺ ἀρκετή
εἶν' ἡ διορία ποὺ ὁ θεὸς τὸν δίδει
γιὰ νὰ φροντίσει γιὰ τοὺς μέλλοντας κινδύνους.

Τώρα στὴ Ρώμη θὰ ἐπιστρέψει κουρασμένος λίγο,
ἀλλὰ ἐξαίσια κουρασμένος ἀπὸ τὸ ταξείδι αὐτό,
ποὺ ἦταν ὅλο μέρες ἀπολαύσεως-
στὰ θέατρα, στοὺς κήπους, στὰ γυμνάσια...
Τῶν πόλεων τῆς Ἀχαϊας ἑσπέρες...
Α τῶν γυμνῶν σωμάτων ἡ ἡδονὴ πρὸ πάντων...

Αὐτὰ ὁ Νέρων. Καὶ στὴν Ἱσπανία ὁ Γάλβας
κρυφὰ τὸ στράτευμά του συναθροίζει καὶ τὸ ἀσκεῖ,
ὁ γέροντας ὁ ἑβδομῆντα τριὼ χρονώ.




Πρέσβεις ἀπ' τὴν Ἀλεξάνδρεια

Δὲν εἶδαν, ἐπὶ αἰῶνας, τέτοια ὡραῖα δῶρα στοὺς Δελφούς
σὰν τοῦτα ποὺ ἐστάλθησαν ἀπὸ τοὺς δύο τοὺς ἀδελφούς,
τοὺς ἀντιζήλους Πτολεμαίους βασιλεῖς. Ἀφοῦ τὰ πῆραν
ὅμως, ἀνησύχησαν οἱ ἱερεῖς γιὰ τὸν χρησμό. Τὴν πεῖραν
ὅλην των θὰ χρειασθοῦν το πῶς μὲ ὀξύνοιαν νὰ συνταχθεῖ,
ποιός ἀπ' τους δυό, ποιός ἀπὸ τέτοιους δυὸ νὰ δυσαρεστηθεῖ.
Καὶ συνεδριάζουνε τὴν νύχτα μυστικά
καὶ συζητοῦν των Λαγιδῶν τὰ οἰκογενειακά.

Ἀλλὰ ἰδοὺ οἱ πρέσβεις ἐπανῆλθαν. Χαιρετοῦν.
Στὴν Ἀλεξάνδρεια ἐπιστρέφουν, λέν. Καὶ δὲν ζητοῦν
χρησμὸ κανένα. Κ' οἱ ἱερεῖς τ' ἀκοῦνε μὲ χαρά
(ἐννοεῖται, ποὺ κρατοῦν τὰ δῶρα τὰ λαμπρά),
ἀλλ' εἶναι καὶ στὸ ἔπακρον ἀπορημένοι,
μὴ νοιώθοντας τί ἡ ἐξαφνικὴ ἀδιαφορία αὐτὴ σημαίνει.
Γιατί ἀγνοοῦν ποὺ χθὲς στοὺς πρέσβεις ἦλθαν νέα βαρυά.
Στὴ Ρώμη δόθηκε ὁ χρησμὸς· ἔγειν' ἐκεῖ ἡ μοιρασιά.




Ἀριστόβουλος

Κλαίει τὸ παλάτι, κλαίει ὁ βασιλεύς,
ἀπαρηγόρητος θρηνεῖ ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης,
ἡ πολιτεία ὁλόκληρη κλαίει γιὰ τὸν Ἀριστόβουλο
ποὺ ἔτσι ἄδικα, τυχαίως πνίχθηκε
παίζοντας μὲ τοὺς φίλους του μὲς στὸ νερό.

Κι ὅταν τὸ μάθουνε καὶ στ' ἄλλα μέρη,
ὅταν ἐπάνω στὴν Συρία διαδοθεῖ,
κι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας πολλοὶ θὰ λυπηθοῦν·
ὅσοι ποιηταὶ καὶ γλύπται θὰ πενθήσουν,
γιατ' εἶχεν ἀκουσθεῖ σ' αὐτοὺς ὁ Ἀριστόβουλος,
καὶ ποιά τους φαντασία γιὰ ἔφηβο ποτέ
ἔφθασε τέτοιαν ἐμορφιὰ σὰν τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ·
ποιό ἄγαλμα θεοῦ ἀξιώθηκεν ἡ Ἀντιόχεια
σὰν τὸ παιδὶ αὐτὸ τοῦ Ἰσραήλ.

Ὀδύρεται καὶ κλαίει ἡ Πρώτη Πριγκηπέσσα·
ἡ μάνα του, ἡ πιὸ μεγάλη Ἐβρέσσα.
Ὀδύρεται καὶ κλαίει ἡ Ἀλεξάνδρα γιὰ τὴν συμφορά.-
Μὰ σὰν βρεθεῖ μονάχη τῆς ἀλλάζει ὁ καυμός της.
Βογγᾶ· φρενιάζει· βρίζει· καταριέται.
Πῶς τὴν ἐγέλασαν! Πῶς τὴν φενάκισαν!
Πῶς ἐπὶ τέλους ἔγινε ὁ σκοπός των!
Τὸ ρήμαξαν τὸ σπίτι των Ἀσαμωναίων.
Πῶς τὸ κατόρθωσε ὁ κακοῦργος βασιλεύς·
ὁ δόλιος, ὁ φαῦλος, ὁ ἀλιτήριος.
Πῶς τὸ κατόρθωσε. Τί καταχθόνιο σχέδιο
ποὺ νὰ μὴ νοιώσει κ' ἡ Μαριάμμη τίποτε.
Ἂν ἔνοιωθε ἡ Μαριάμμη, ἂν ὑποπτεύονταν,
θάβρισκε τρόπο τὸ ἀδέρφι της νὰ σώσει·
βασίλισσα εἶναι τέλος, θὰ μποροῦσε κάτι.
Πῶς θὰ θριαμβεύουν τώρα καὶ θὰ χαίρονται κρυφά
οἱ μοχθηρὲς ἐκεῖνες, Κύπρος καὶ Σαλώμη·
οἱ πρόστυχες γυναῖκες Κύπρος καὶ Σαλώμη.-
Καὶ νάναι ἀνίσχυρη, κι ἀναγκασμένη
νὰ κάνει ποὺ πιστεύει τὲς ψευτιές των·
νὰ μὴ μπορεῖ πρὸς τὸν λαὸ νὰ πάγει,
νὰ βγεῖ καὶ νὰ φωνάξει στοὺς Ἑβραίους,
νὰ πεῖ, νὰ πεῖ πῶς ἔγινε τὸ φονικό.




Εἰς τὸ ἐπίνειον

Νέος, εἴκοσι ὀκτὼ ἐτῶν, μὲ πλοῖον τήνιον
ἔφθασε εἰς τοῦτο τὸ συριακὸν ἐπίνειον
ὁ Ἔμης, μὲ τὴν πρόθεσι νὰ μάθει μυροπώλης.
Ὅμως ἀρρώστησε εἰς τὸν πλούν. Καὶ μόλις
ἀπεβιβάσθη, πέθανε. Ἡ ταφή του, πτωχοτάτη,
ἔγιν' ἐδῶ. Ὀλίγες ὧρες πρὶν πεθάνει κάτι
ψιθύρισε γιὰ «οἰκίαν», γιὰ «πολὺ γέροντας γονεῖς».
Μὰ ποιοί ἦσαν τοῦτοι δὲν ἐγνώριζε κανείς,
μήτε ποιά ἡ πατρίς του μὲς στὸ μέγα πανελλήνιον.
Καλλίτερα. Γιατί ἔτσι ἐνῷ
κεῖται νεκρὸς σ' αὐτὸ τὸ ἐπίνειον,
θὰ τὸν ἐλπίζουν πάντα οἱ γονεῖς του ζωντανό.




Αἰμιλιανός Μονάη, Ἀλεξανδρεύς, 628-655 μ.Χ.

Μὲ λόγια, μὲ φυσιογνωμία, καὶ μὲ τρόπους
μιὰ ἐξαίρετη θὰ κάμω πανοπλία·
καὶ θ' ἀντικρύζω ἔτσι τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους
χωρὶς νὰ ἔχω φόβον ἢ ἀδυναμία.

Θὰ θέλουν νὰ μὲ βλάψουν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ξέρει
κανεὶς ἀπ' ὅσους θὰ μὲ πλησιάζουν
ποῦ κεῖνται ἡ πληγές μου, τὰ τρωτά μου μέρη,
κάτω ἀπὸ τὰ ψεύδη ποὺ θὰ μὲ σκεπάζουν. -


Ρήματα τῆς καυχήσεως τοῦ Αἰμιλιανοῦ Μονάη.
Ἄραγε νάκαμε ποτὲ τὴν πανοπλία αὐτή;
Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν τὴν φόρεσε πολύ.
Εἴκοσι ἑπτὰ χρονώ, στὴν Σικελία πέθανε.




Ἀπ’ τὲς ἐννιά

Δώδεκα καὶ μισή. Γρήγορα πέρασεν ἡ ὥρα
ἀπ' τὲς ἐννιὰ ποὺ ἄναψα τὴν λάμπα,
καὶ κάθησα ἐδῶ. Καθόμουν χωρὶς νὰ διαβάζω,
καὶ χωρὶς νὰ μιλῶ. Μὲ ποιόνα νὰ μιλήσω
κατάμονος μέσα στὸ σπίτι αὐτό.

Τὸ εἴδωλον τοῦ νέου σώματός μου,
ἀπ' τὲς ἐννιὰ ποὺ ἄναψα τὴν λάμπα,
ἦλθε καὶ μὲ ηὗρε καὶ μὲ θύμησε
κλειστὲς κάμαρες ἀρωματισμένες,
καὶ περασμένην ἡδονή - τί τολμηρὴ ἡδονή!
Κ' ἐπίσης μ' ἔφερε στὰ μάτια ἐμπρός,
δρόμους ποὺ τώρα ἔγιναν ἀγνώριστοι,
κέντρα γεμᾶτα κίνησι ποὺ τέλεψαν,
καὶ θέατρα καὶ καφενεῖα ποὺ ἦσαν μιὰ φορά.

Τὸ εἴδωλον τοῦ νέου σώματός μου
ἦλθε καὶ μ' ἔφερε καὶ τὰ λυπητερά·
πένθη τῆς οἰκογένειας, χωρισμοί,
αἰσθήματα δικῶν μου, αἰσθήματα
τῶν πεθαμένων τόσο λίγο ἐκτιμηθέντα.

Δώδεκα καὶ μισή. Πὼς πέρασεν ἡ ὥρα.
Δώδεκα καὶ μισή. Πὼς πέρασαν τὰ χρόνια.




Κάτω ἀπ' τὸ σπίτι

Χθὲς περπατῶντας σὲ μιὰ συνοικία
ἀπόκεντρη, πέρασα κάτω ἀπὸ τὸ σπίτι
ποὺ ἔμπαινα σὰν ἤμουν νέος πολύ.
Ἐκεῖ τὸ σῶμα μου εἶχε λάβει ὁ Ἔρως
μὲ τὴν ἐξαίσια τοῦ ἰσχύν.


Καὶ χθές
σὰν πέρασ' ἀπ' τὸν δρόμο τον παληό,
ἀμέσως ὠραϊσθηκαν ἀπ' τὴν γοητεία τοῦ ἔρωτος
τὰ μαγαζιά, τὰ πεζοδρόμια, ἡ πέτρες,
καὶ τοῖχοι, καὶ μπαλκόνια, καὶ παράθυρα·
τίποτε ἄσχημο δὲν ἔμεινεν ἐκεῖ.

Καὶ καθὼς στέκομουν, κ' ἐκύτταζα τὴν πόρτα,
καὶ στέκομουν, κ' ἐβράδυνα κάτω ἀπ' τὸ σπίτι,
ἡ ὑπόστασίς μου ὅλη ἀπέδιδε
τὴν φυλαχθεῖσα ἡδονικὴ συγκίνησι.




Τὸ διπλανὸ τραπέζι

Θάναι μόλις εἴκοσι δυὸ ἐτῶν.
Κι ὅμως ἐγὼ εἶμαι βέβαιος πού, σχεδὸν τὰ ἴσα
χρόνια προτήτερα, τὸ ἴδιο σῶμα αὐτὸ τὸ ἀπήλαυσα.

Δὲν εἶναι διόλου ἔξαψις ἐρωτισμοῦ.
Καὶ μοναχὰ πρὸ ὀλίγου μπῆκα στὸ καζίνο·
δὲν εἶχα οὔτε ὥρα γιὰ νὰ πιω πολύ.
Τὸ ἴδιο σῶμα ἐγὼ τὸ ἀπήλαυσα.

Κι ἂν δὲν θυμοῦμαι, πού - ἕνα ξέχασμά μου δὲν σημαίνει.

Α τώρα, νά, ποὺ κάθησε στὸ διπλανὸ τραπέζι
γνωρίζω κάθε κίνησι ποὺ κάμνει - κι ἀπ' τὰ ροῦχα κάτω
γυμνὰ τ' ἀγαπημένα μέλη ξαναβλέπω.




Ὁ ἥλιος τοῦ ἀπογεύματος

Τὴν κάμαρην αὐτή, πόσο καλὰ τὴν ξέρω.
Τώρα νοικιάζονται κι αὐτὴ κ' ἡ πλαγινή
γιὰ ἐμπορικὰ γραφεῖα. Ὅλο τὸ σπίτι ἔγινε
γραφεῖα μεσιτῶν, κ' ἐμπόρων, κ' Ἑταιρεῖες.

Ἅ ἡ κάμαρη αὐτή, τί γνώριμη ποὺ εἶναι.

Κοντὰ στὴν πόρτα ἐδῶ ἦταν ὁ καναπές,
κ' ἐμπρός του ἕνα τούρκικο χαλί·
σιμὰ τὸ ράφι μὲ δυὸ βάζα κίτρινα.
Δεξιὰ· ὄχι, ἀντικρύ, ἕνα ντολάπι μὲ καθρέφτη.
Στὴ μέση τὸ τραπέζι ὅπου ἔγραφε·
κ' οἱ τρεῖς μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
Πλάϊ στὸ παράθυρο ἦταν τὸ κρεββάτι
ποὺ ἀγαπηθήκαμε τόσες φορές.

Θὰ βρίσκονται ἀκόμη τὰ καϋμένα πουθενά.

Πλάϊ στὸ παράθυρο ἦταν τὸ κρεββάτι·
ὁ ἥλιος τοῦ ἀπογεύματος τώφθανε ὡς τὰ μισά.

Ἀπόγευμα ἡ ὥρα τέσσερες, εἴχαμε χωρισθεῖ
γιὰ μιὰ ἑβδομάδα μόνο... Ἀλλοίμονον,
ἡ ἑβδομὰς ἐκείνη ἔγινε παντοτινή.




Ίμενος

Ν' ἀγαπηθεῖ ἀκόμη περισσότερον
ἡ ἡδονὴ ποὺ νοσηρῶς καὶ μὲ φθορὰ ἀποκτᾶται·
σπάνια τὸ σῶμα βρίσκοντας ποὺ αἰσθάνεται ὅπως θέλει αὐτή -
ποὺ νοσηρῶς καὶ μὲ φθορά, παρέχει
μιὰν ἔντασιν ἐρωτική, ποὺ δὲν γνωρίζει ἡ ὑγεία...»


Ἀπόσπασμα ἀπὸ μιὰν ἐπιστολή
τοῦ νέου Ἰμένου (ἐκ πατρικίων) διαβοήτου
ἐν Συρακούσαις ἐπὶ ἀσωτία,
στοὺς ἄσωτους καιροὺς τοῦ τρίτου Μιχαήλ.




Τῶν Ἑβραίων (50 μ.Χ.)

Ζωγράφος καὶ ποιητής, δρομεὺς καὶ δισκοβόλος,
σὰν Ἐνδυμίων ἔμορφος, ὁ Ἰάνθης Ἀντωνίου.
Ἀπὸ οἰκογένειαν φίλην τῆς Συναγωγῆς.

«Ἡ τιμιότερές μου μέρες εἶν' ἐκεῖνες
ποὺ τὴν αἰσθητικὴ ἀναζήτησιν ἀφίνω,
ποὺ ἐγκαταλείπω τὸν ὡραῖο καὶ σκληρὸν ἑλληνισμό,
μὲ τὴν κυρίαρχη προσήλωσι
σὲ τέλεια καμωμένα καὶ φθαρτὰ ἄσπρα μέλη.
Καὶ γένομαι αὐτὸς ποὺ θὰ ἤθελα
πάντα νὰ μένω· τῶν Ἑβραίων, τῶν ἱερῶν Ἑβραίων, ὁ υἱός.»

Ἔνθερμη λίαν ἡ δήλωσις του. «Πάντα
νὰ μένω τῶν Ἑβραίων, τῶν ἱερῶν Ἑβραίων -»

Ὅμως δὲν ἔμενε τοιοῦτος διόλου.
Ὁ Ἡδονισμὸς κ' ἡ Τέχνη τῆς Ἀλεξανδρείας
ἀφοσιωμένο τους παιδὶ τὸν εἶχαν.




Νὰ μείνει

Ἡ ὥρα μιὰ τὴν νύχτα θάτανε,
ἢ μιάμισυ.

Σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ καπηλειοῦ·
πίσω ἀπ' τὸ ξύλινο τὸ χώρισμα.
Ἐκτὸς ἡμῶν τῶν δυὸ τὸ μαγαζὶ ὅλως διόλου ἄδειο.
Μιὰ λάμπα πετρελαίου μόλις τὸ φώτιζε.
Κοιμούντανε, στὴν πόρτα, ὁ ἀγρυπνισμένος ὑπηρέτης.

Δὲν θὰ μᾶς ἔβλεπε κανείς. Μὰ κιόλας
εἴχαμε ἐξαφθεῖ τόσο πολύ,
ποὺ γίναμε ἀκατάλληλοι γιὰ προφυλάξεις.

Τὰ ἐνδύματα μισανοίχθησαν - πολλὰ δὲν ἦσαν
γιατί ἐπύρωνε θεῖος Ἰούλιος μῆνας.

Σάρκας ἀπόλαυσις ἀνάμεσα
στὰ μισανοιγμένα ἐνδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα - ποὺ τὸ ἴνδαλμά του
εἴκοσι ἕξη χρόνους διάβηκε· καὶ τώρα ἦλθε
νὰ μείνει μὲς στὴν ποίησιν αὐτή.




Δημητρίου Σωτῆρος (162-150 π.Χ.)

Κάθε του προσδοκία βγῆκε λανθασμένη!
Φαντάζονταν ἔργα νὰ κάμει ξακουστά,
νὰ παύσει τὴν ταπείνωσι ποὺ ἀπ' τὸν καιρὸ τῆς μάχης
τῆς Μαγνησίας τὴν πατρίδα του πιέζει.
Νὰ γίνει πάλι κράτος δυνατὸ ἡ Συρία,
μὲ τοὺς στρατούς της, μὲ τοὺς στόλους της,
μὲ τὰ μεγάλα κάστρα, μὲ τὰ πλούτη.
Ὑπέφερε, πικραίνονταν στὴν Ρώμη
σὰν ἔνοιωθε στὲς ὁμιλίες τῶν φίλων του,
τῆς νεολαίας τῶν μεγάλων οἴκων,
μὲς σ' ὅλην τὴν λεπτότητα καὶ τὴν εὐγένεια
ποὺ ἔδειχναν σ' αὐτόν, τοῦ βασιλέως
Σελεύκου Φιλοπάτορος τὸν υἱό -
σὰν ἔνοιωθε ποὺ ὅμως πάντα ὑπῆρχε μιὰ κρυφή
ὀλιγωρία γιὰ τὲς δυναστεῖες τὲς ἑλληνίζουσες·
ποὺ ξέπεσαν, ποὺ γιὰ τὰ σοβαρὰ ἔργα δὲν εἶναι,
γιὰ τῶν λαῶν τὴν ἀρχηγία πολὺ ἀκατάλληλες.
Τραβιοῦνταν μόνος του, κι ἀγανακτοῦσε, κι ὄμνυε
ποὺ ὅπως τὰ θαρροῦν διόλου δὲν θάναι·
ἰδοὺ ποὺ ἔχει θέλησιν αὐτός·
θ' ἀγωνισθεῖ, θὰ κάμει, θ' ἀνυψώσει.

Ἀρκεῖ νὰ βρεῖ ἕναν τρόπο στὴν Ἀνατολὴ νὰ φθάσει,
νὰ κατορθώσει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν Ἰταλία -
κι ὅλην αὐτὴν τὴν δύναμι ποὺ ἔχει
μὲς στὴν ψυχή του, ὅλην τὴν ὁρμήν
αὐτὴ θὰ μεταδώσει στὸν λαό.

Α στὴν Συρία μονάχα νὰ βρεθεῖ!
Ἔτσι μικρὸς ἀπ' τὴν πατρίδα ἔφυγε
ποὺ ἀμυδρῶς θυμοῦνταν τὴν μορφή της.
Μὰ μὲς στὴν σκέψι του τὴν μελετοῦσε πάντα
σὰν κάτι ἱερὸ ποὺ προσκυνῶντας τὸ πλησιάζεις,
σὰν ὀπτασία τόπου ὡραίου, σὰν ὅραμα
ἑλληνικῶν πόλεων καὶ λιμένων.-

Καὶ τώρα;
Τώρα ἀπελπισία καὶ καϋμός.
Εἴχανε δίκιο τὰ παιδιὰ στὴν Ρώμη.
Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βασταχθοῦν ἡ δυναστεῖες
ποὺ ἔβγαλε ἡ Κατάκτησις τῶν Μακεδόνων.

Ἀδιάφορον: ἐπάσχισεν αὐτός,
ὅσο μποροῦσεν ἀγωνίσθηκε.
Καὶ μὲς στὴν μαύρη ἀπογοήτευσί του,
ἕνα μονάχα λογαριάζει πιά
μὲ ὑπερηφάνειαν· πού, κ' ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ του,
τὴν ἴδιαν ἀκατάβλητην ἀνδρεία στὸν κόσμο δείχνει.

Τ' ἄλλα - ἦσαν ὄνειρα καὶ ματαιοπονίες.
Αὐτὴ ἡ Συρία - σχεδὸν δὲν μοιάζει σὰν πατρίς του,
αὐτὴ εἶν' ἡ χώρα τοῦ Ἡρακλείδη καὶ τοῦ Βάλα.




Τοῦ Πλοίου

Τὸν μοιάζει βέβαια ἡ μικρὴ αὐτή,
μὲ τὸ μολύβι ἀπεικόνισίς του.

Γρήγορα καμωμένη, στὸ κατάστρωμα τοῦ πλοίου·
ἕνα μαγευτικὸ ἀπόγευμα.
Τὸ Ἰόνιον Πέλαγος ὁλόγυρά μας.

Τὸν μοιάζει. Ὅμως τὸν θυμοῦμαι σὰν πιὸ ἔμορφο.
Μέχρι παθήσεως ἦταν αἰσθητικός,
κι αὐτὸ ἐφώτιζε τὴν ἔκφρασί του.
Πιὸ ἔμορφος μὲ φανερώνεται
τώρα ποὺ ἡ ψυχή μου τὸν ἀνακαλεῖ, ἀπ' τὸν Καιρό.

Ἀπ' τὸν Καιρό. Εἶν' ὅλ' αὐτὰ τὰ πράγματα πολὺ παληά -
τὸ σκίτσο, καὶ τὸ πλοῖο, καὶ τὸ ἀπόγευμα.




Εἴγε Ἐτελεύτα

«Ποῦ ἀπεσύρθηκε, ποῦ ἐχάθηκε ὁ Σοφός;
Ἔπειτ' ἀπὸ τὰ θαύματά του τὰ πολλά,
τὴν φήμη τῆς διδασκαλίας του
ποὺ διεδόθηκεν εἰς τόσα ἔθνη
ἐκρύφθηκ' αἴφνης καὶ δὲν ἔμαθε κανείς
μὲ θετικότητα τί ἔγινε
(οὐδὲ κανεὶς ποτὲ εἶδεν τάφον του).
Ἔβγαλαν μερικοὶ πὼς πέθανε στὴν Ἔφεσο.
Δὲν τόγραψεν ὁ Δάμις ὅμως· τίποτε
γιὰ θάνατο τοῦ Ἀπολλωνίου δὲν ἔγραψεν ὁ Δάμις.
Ἄλλοι εἴπανε πὼς ἔγινε ἄφαντος στὴν Λίνδο.
Ἢ μήπως εἶν' ἐκείν' ἡ ἱστορία
ἀληθινή, ποὺ ἀνελήφθηκε στὴν Κρήτη,
στὸ ἀρχαῖο της Δικτύννης ἱερόν.-
Ἄλλ' ὅμως ἔχουμε τὴν θαυμασία,
τὴν ὑπερφυσικὴν ἐμφάνισί του
εἰς ἕναν νέον σπουδαστὴ στὰ Τύανα.-
Ἴσως δὲν ἦλθεν ὁ καιρὸς γιὰ νὰ ἐπιστρέψει,
γιὰ νὰ φανερωθεῖ στὸν κόσμο πάλι·
ἢ μεταμορφωμένος, ἴσως, μεταξύ μας
γυρίζει ἀγνώριστος.- Μὰ θὰ ξαναφανερωθεῖ
ὡς ἤτανε, διδάσκοντας τὰ ὀρθὰ· καὶ τότε βέβαια
θὰ ἐπαναφέρει τὴν λατρεία τῶν θεῶν μας,
καὶ τὲς καλαίσθητες ἑλληνικές μας τελετές.»

Ἔτσι ἐρέμβαζε στὴν πενιχρή του κατοικία -
μετὰ μιὰ ἀνάγνωσι τοῦ Φιλοστράτου
«Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» -
ἕνας ἀπὸ τοὺς λίγους ἐθνικούς,
τοὺς πολὺ λίγους ποὺ εἶχαν μείνει. Ἄλλωστε - ἀσήμαντος
ἄνθρωπος καὶ δειλός - στὸ φανερόν
ἔκανε τὸν Χριστιανὸ κι αὐτὸς κ' ἐκκλησιάζονταν.
Ἦταν ἡ ἐποχὴ καθ' ἥν βασίλευεν,
ἐν ἄκρᾳ εὐλαβείᾳ, ὁ γέρων Ἰουστῖνος,
κ' ἡ Ἀλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,
ἀθλίους εἰδωλολάτρας ἀποστρέφονταν.




Νέοι τῆς Σιδῶνος (400 μ.Χ.)

Ὁ ἠθοποιὸς ποὺ ἔφεραν γιὰ νὰ τοὺς διασκεδάσει
ἀπήγγειλε καὶ μερικὰ ἐπιγράμματα ἐκλεκτά.

Ἡ αἴθουσα ἄνοιγε στὸν κῆπο ἐπάνω
κ' εἶχε μιὰν ἐλαφρὰ εὐωδία ἀνθέων
ποὺ ἑνώνονταν μὲ τὰ μυρωδικά
τῶν πέντε ἀρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, καὶ Κριναγόρας, καὶ Ριανός.
μὰ σὰν ἀπήγγειλεν ὁ ἠθοποιός,
«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει»-
(τονίζοντας ἴσως ὑπὲρ τὸ δέον
τὸ «ἀλκὴν δ' εὐδόκιμον», τὸ «Μαραθώνιον ἄλσος»),
πετάχθηκεν εὐθὺς ἕνα παιδὶ ζωηρό,
φανατικὸ γιὰ γράμματα, καὶ φώναξε:

«Α δὲν μ' ἀρέσει τὸ τετράστιχον αὐτό.
Ἐκφράσεις τοιούτου εἴδους μοιάζουν κάπως σὰν λειποψυχίες.

Δόσε -κηρύττω- στὸ ἔργον σου ὅλην τὴν δύναμί σου,
ὅλην τὴν μέριμνα, καὶ πάλι τὸ ἔργον σου θυμήσου
μὲς στὴν δοκιμασίαν, ἢ ὅταν ἡ ὥρα σου πιὰ γέρνει.
Ἔτσι ἀπὸ σένα περιμένω κι ἀπαιτῶ.
Κι ὄχι ἀπ' τὸν νοῦ σου ὁλότελα νὰ βγάλεις
τῆς Τραγωδίας τὸν Λόγο τὸν λαμπρό-
τί Ἀγαμέμνονα, τί Προμηθέα θαυμαστό,
τί Ὀρέστου, τί Κασσάνδρας παρουσίες,
τί Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας - καὶ γιὰ μνήμη σου νὰ βάλεις
μόνο ποὺ μὲς στῶν στρατιωτῶν τὲς τάξεις, τὸν σωρό
πολέμησες καὶ σύ τον Δάτι καὶ τὸν Ἀρταφέρνη».




Γιὰ Νάρθουν-

Ἕνα κερὶ ἀρκεῖ. Τὸ φῶς του τὸ ἀμυδρό
ἁρμόζει πιὸ καλά, θάναι πιὸ συμπαθές
σὰν ἔρθουν τῆς Ἀγάπης, σὰν ἔρθουν ἡ Σκιές.

Ἕνα κερὶ ἀρκεῖ. Ἡ κάμαρη ἀπόψι
νὰ μὴ ἔχει φῶς πολύ. Μέσα στὴν ρέμβην ὅλως
καὶ τὴν ὑποβολή, καὶ μὲ τὸ λίγο φῶς -
μέσα στὴν ρέμβην ἔτσι θὰ ὁραματισθῶ
γιὰ νάρθουν τῆς Ἀγάπης, γιὰ νάρθουν ἡ Σκιές.




Ὁ Δαρεῖος

Ὁ ποιητὴς Φερνάζης τὸ σπουδαῖον μέρος
τοῦ ἐπικοῦ ποιήματός του κάμνει.
Τὸ πῶς τὴν βασιλεία τῶν Περσῶν
παρέλαβε ὁ Δαρεῖος Ὑστάσπου. (Ἀπὸ αὐτόν
κατάγεται ὁ ἔνδοξός μας βασιλεύς,
ὁ Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Εὐπάτωρ). Ἄλλ' ἐδῶ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν' ἀναλύσει
τὰ αἰσθήματα ποὺ θὰ εἶχεν ὁ Δαρεῖος:
ἴσως ὑπεροψίαν καὶ μέθην· ὄχι ὅμως - μᾶλλον
σὰν κατανόησι τῆς ματαιότητος τῶν μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται τὸ πρᾶγμα ὁ ποιητής.

Ἀλλὰ τὸν διακόπτει ὁ ὑπηρέτης του ποὺ μπαίνει
τρέχοντας, καὶ τὴν βαρυσήμαντην εἴδησι ἀγγέλλει.
Ἄρχισε ὁ πόλεμος μὲ τοὺς Ρωμαίους.
Τὸ πλεῖστον τοῦ στρατοῦ μας πέρασε τὰ σύνορα.

Ὁ ποιητὴς μένει ἐνεός. Τί συμφορά!
Ποῦ τώρα ὁ ἔνδοξός μας βασιλεύς,
ὁ Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Εὐπάτωρ,
μ' ἑλληνικὰ ποιήματα ν' ἀσχοληθεῖ.
Μέσα σὲ πόλεμο - φαντάσου, ἑλληνικὰ ποιήματα.

Ἀδημονεῖ ὁ Φερνάζης. Ἀτυχία!
Ἐκεῖ ποὺ τὸ εἶχε θετικὸ μὲ τὸν «Δαρεῖο»
ν' ἀναδειχθεῖ, καὶ τοὺς ἐπικριτάς του,
τοὺς φθονερούς, τελειωτικὰ ν' ἀποστομώσει.
Τί ἀναβολή, τί ἀναβολὴ στὰ σχέδιά του.

Καὶ νάταν μόνο ἀναβολή, πάλι καλά.
Ἀλλὰ νὰ δοῦμε ἂν ἔχουμε κι ἀσφάλεια
στὴν Ἀμισό. Δὲν εἶναι πολιτεία ἐκτάκτως ὀχυρή.
Εἶναι φρικτότατοι ἐχθροὶ οἱ Ρωμαῖοι.
Μποροῦμε νὰ τὰ βγάλουμε μ' αὐτούς,
οἱ Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Εἶναι νὰ μετρηθοῦμε τώρα μὲ τὲς λεγεῶνες;
Θεοὶ μεγάλοι, τῆς Ἀσίας προστάται, βοηθῆστε μας.-

Ὅμως μὲς σ' ὅλη του τὴν ταραχὴ καὶ τὸ κακό,
ἐπίμονα κ' ἡ ποιητικὴ ἰδέα πάει κ' ἔρχεται -
τὸ πιθανότερο εἶναι, βέβαια, ὑπεροψίαν καὶ μέθην·
ὑπεροψίαν καὶ μέθην θὰ εἶχεν ὁ Δαρεῖος.




Άννα Κομνηνή

Στὸν πρόλογο τῆς Ἀλεξιάδος τῆς θρηνεῖ,
γιὰ τὴν χηρεία της ἡ Ἄννα Κομνηνή.

Εἰς ἴλιγγον εἶν' ἡ ψυχή της. «Καί
ρείθροις δακρύων», μᾶς λέγει, «περιτέγγω
τοὺς ὀθφαλμούς..... Φεῦ τῶν κυμάτων» τῆς ζωῆς της,
«φεῦ τῶν ἐπαναστάσεων». Τὴν καίει ἡ ὀδύνη
«μέχρις ὀστέων καὶ μυελῶν καὶ μερισμοῦ ψυχῆς».

Ὅμως ἡ ἀλήθεια μοιάζει ποὺ μιὰ λύπη μόνην
καιρίαν ἐγνώρισεν ἡ φίλαρχη γυναῖκα·
ἕναν καϋμὸ βαθὺ μονάχα εἶχε
(κι ἂς μὴν τ' ὁμολογεῖ) ἡ ἀγέρωχη αὐτὴ Γραικιά,
ποὺ δὲν κατάφερε, μ' ὅλην τὴν δεξιότητά της,
τὴν Βασιλείαν ν' ἀποκτήσει· μὰ τὴν πῆρε
σχεδὸν μέσ' ἀπ' τὰ χέρια της ὁ προπετὴς Ἰωάννης.




Βυζαντινός Ἄρχων, Ἐξόριστος, Στιχουργῶν

Οἱ ἐλαφροὶ ἂς μὲ λέγουν ἐλαφρόν.
Στὰ σοβαρὰ πράγματα ἤμουν πάντοτε
ἐπιμελέστατος. Καὶ θὰ ἐπιμείνω,
ὅτι κανεὶς καλλίτερά μου δὲν γνωρίζει
Πατέρας ἢ Γραφάς, ἢ τοὺς Κανόνας τῶν Συνόδων.
Εἰς κάθε ἀμφιβολίαν του ὁ Βοτανειάτης,
εἰς κάθε δυσκολίαν στὰ ἐκκλησιαστικά,
ἐμένα συμβουλεύονταν, ἐμένα πρῶτον.
Ἀλλὰ ἐξόριστος ἐδῶ (νὰ ὄψεται ἡ κακεντρεχής
Εἰρήνη Δούκαινα), καὶ δεινῶς ἀνιῶν,
οὐδόλως ἄτοπον εἶναι νὰ διασκεδάζω
ἐξάστιχα κι ὀκτάστιχα ποιῶν -
νὰ διασκεδάζω μὲ μυθολογήματα
Ἑρμοῦ, καὶ Ἀπόλλωνος, καὶ Διονύσου,
ἢ ἡρώων τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Πελοποννήσου·
καὶ νὰ συνθέτω ἰάμβους ὀρθοτάτους,
ὅπως - θὰ μ' ἐπιτρέψετε νὰ πῶ - οἱ λόγιοι
τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν ξέρουν νὰ συνθέσουν.
Αὐτὴ ἡ ὀρθότης, πιθανόν, εἶν' ἡ αἰτία τῆς μομφῆς.




Ἡ Ἀρχή των

Ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ἔκνομής των ἡδονῆς
ἔγινεν. Ἀπ' τὸ στρῶμα σηκωθήκαν,
καὶ βιαστικὰ ντύνονται χωρὶς νὰ μιλοῦν.
Βγαίνουνε χωριστά, κρυφὰ ἀπ' τὸ σπίτι· καὶ καθώς
βαδίζουνε κάπως ἀνήσυχα στὸν δρόμο, μοιάζει
σὰν νὰ ὑποψιάζονται ποὺ κάτι ἐπάνω τῶν προδίδει
σὲ τί εἴδους κλίνην ἔπεσαν πρὸ ὀλίγου.

Πλὴν τοῦ τεχνίτου πῶς ἐκέρδισε ἡ ζωή.
Αὔριο, μεθαύριο, ἢ μετὰ χρόνια θὰ γραφοῦν
οἱ στίχ' οἱ δυνατοὶ ποὺ ἐδῶ ἦταν ἡ ἀρχή των.




Εύνοια τοῦ Ἀλεξάνδρου Βάλα

Α δὲν συγχίζομαι ποὺ ἔσπασε μιὰ ρόδα
τοῦ ἁμαξιοῦ, καὶ ποὺ ἔχασα μιὰ ἀστεία νίκη.
Μὲ τὰ καλὰ κρασιά, καὶ μὲς στὰ ὡραῖα ρόδα
τὴν νύχτα θὰ περάσω. Ἡ Ἀντιόχεια μὲ ἀνήκει.
Εἶμαι ὁ νέος ὁ πιὸ δοξαστός.
Τοῦ Βάλα εἴμ' ἐγὼ ἡ ἀδυναμία, ὁ λατρευτός.
Αὔριο, νὰ δεῖς, θὰ ποῦν πὼς ὁ ἀγὼν δὲν ἔγινε σωστός.
(Μὰ ἂν ἤμουν ἀκαλαίσθητος, κι ἂν μυστικὰ τὸ εἶχα προστάξει -
θάβγαζαν πρῶτο, οἱ κόλακες, καὶ τὸ κουτσό μου ἁμάξι).




Μελαγχολία τοῦ Ἰάσονος Κλεάνδρου· ποιητοῦ ἐν Κομμαγηνῇ· 595 μ.Χ.

Τὸ γήρασμα τοῦ σώματος καὶ τῆς μορφῆς μου
εἶναι πληγὴ ἀπὸ φρικτὸ μαχαίρι.
Δὲν ἔχω ἐγκαρτέρησι καμιά.
Εἰς σὲ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
ποὺ κάπως ξέρεις ἀπὸ φάρμακα·
νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν Φαντασίᾳ καὶ Λόγῳ.

Εἶναι πληγὴ ἀπὸ φρικτὸ μαχαίρι.-
Τὰ φάρμακα σοῦ φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
ποὺ κάμνουνε - γιὰ λίγο - νὰ μὴ νοιώθεται ἡ πληγή.




Ὁ Δημάρατος

Τὸ θέμα, ὁ Χαρακτήρ του Δημαράτου,
ποὺ τὸν ἐπρότεινε ὁ Πορφύριος, ἐν συνομιλίᾳ,
ἔτσι τὸ ἐξέφρασεν ὁ νέος σοφιστής
(σκοπεύοντας, μετά, ρητορικῶς νὰ τὸ ἀναπτύξει).

«Πρῶτα τοῦ βασιλέως Δαρείου, κ' ἔπειτα
τοῦ βασιλέως Ξέρξη ὁ αὐλικός·
καὶ τώρα μὲ τὸν Ξέρξη καὶ τὸ στράτευμά του,
νὰ ἐπὶ τέλους θὰ δικαιωθεῖ ὁ Δημάρατος.

»Μεγάλη ἀδικία τὸν ἔγινε.
Ἦταν του Ἀρίστωνος ὁ υἱός. Ἀναίσχυντα
ἐδωροδόκησαν οἱ ἐχθροί του τὸ μαντεῖον.
Καὶ δὲν τοὺς ἔφθασε ποὺ τὸν ἐστέρησαν τὴν βασιλεία,
ἀλλ' ὅταν πιὰ ὑπέκυψε, καὶ τὸ ἀπεφάσισε
νὰ ζήσει μ' ἐγκαρτέρησιν ὡς ἰδιώτης,
ἔπρεπ' ἐμπρὸς καὶ στὸν λαὸ νὰ τὸν προσβάλουν,
ἔπρεπε δημοσία νὰ τὸν ταπεινώσουν στὴν γιορτή.

»Ὅθεν τὸν Ξέρξη μὲ πολὺν ζῆλον ὑπηρετεῖ.
Μὲ τὸν μεγάλο Περσικὸ στρατό,
κι αὐτὸς στὴν Σπάρτη θὰ ξαναγυρίσει·
καὶ βασιλεὺς σὰν πρίν, πὼς θὰ τὸν διώξει
ἀμέσως, πὼς θὰ τὸν ἐξευτελίσει
ἐκεῖνον τὸν ραδιοῦργον Λεωτυχίδη.

»Κ' ἡ μέρες του περνοῦν γεμᾶτες μέριμνα·
νὰ δίδει συμβουλὲς στοὺς Πέρσας, νὰ τοὺς ἐξηγεῖ
τὸ πὼς νὰ κάμουν γιὰ νὰ κατακτήσουν τὴν Ἑλλάδα.

»Πολλὲς φροντίδες, πολλὴ σκέψις καὶ γιὰ τοῦτο
εἶν' ἔτσι ἀνιαρές του Δημαράτου ἡ μέρες·
πολλὲς φροντίδες, πολλὴ σκέψις καὶ γιὰ τοῦτο
καμιὰ στιγμὴ χαρᾶς δὲν ἔχει ὁ Δημάρατος·
γιατί χαρὰ δὲν εἶν' αὐτὸ ποὺ αἰσθάνεται
(δὲν εἶναι· δὲν τὸ παραδέχεται·
πῶς νὰ τὸ πεῖ χαρά; ἐκορυφώθ' ἡ δυστυχία του)
ὅταν τὰ πράγματα τὸν δείχνουν φανερά
ποὺ οἱ Ἕλληνες θὰ βγοῦνε νικηταί.»




Ἐκόμισα εἰς τὴν Τέχνη

Κάθομαι καὶ ρεμβάζω. Ἐπιθυμίες κ' αἰσθήσεις
ἐκόμισα εἰς τὴν Τέχνην - κάτι μισοειδωμένα,
πρόσωπα ἢ γραμμὲς· ἐρώτων ἀτελῶν
κάτι ἀβέβαιες μνῆμες. Ἂς ἀφεθῶ σ' αὐτήν.
Ξέρει νὰ σχηματίσει Μορφὴν τῆς Καλλονῆς·
σχεδὸν ἀνεπαισθήτως τὸν βίον συμπληροῦσα,
συνδυάζουσα ἐντυπώσεις, συνδυάζουσα τὲς μέρες.




Ἀπὸ τὴν σχολὴν τοῦ περιωνύμου φιλοσόφου

Ἔμεινε μαθητής του Ἀμμωνίου Σακκὰ δυὸ χρόνια·
ἀλλὰ βαρέθηκε καὶ τὴν φιλοσοφία καὶ τὸν Σακκά.

Κατόπι μπῆκε στὰ πολιτικά.
Μὰ τὰ παραίτησεν. Ἦταν ὁ Ἔπαρχος μωρός·
κ' οἱ πέριξ του ξόανα ἐπίσημα καὶ σοβαροφανῆ·
τρισβάρβαρα τὰ ἑλληνικά των, οἱ ἄθλιοι.

Τὴν περιέργειάν του εἵλκυσε
κομμάτ' ἡ Ἐκκλησία· νὰ βαπτισθεῖ
καὶ νὰ περάσει Χριστιανός. Μὰ γρήγορα
τὴν γνώμη του ἄλλαξε. Θὰ κάκιωνε ἀσφαλῶς
μὲ τοὺς γονεῖς του, ἐπιδεικτικὰ ἐθνικούς·
καὶ θὰ τοῦ ἔπαυαν -πρᾶγμα φρικτόν-
εὐθὺς τὰ λίαν γενναῖα δοσίματα.

Ἔπρεπεν ὅμως καὶ νὰ κάμει κάτι. Ἔγινε ὁ θαμών
τῶν διεφθαρμένων οἴκων τῆς Ἀλεξανδρείας,
κάθε κρυφοῦ καταγωγίου κραιπάλης.

Ἡ τύχη του ἐφάν' εἰς τοῦτο εὐμενής·
τὸν ἔδωσε μορφὴν εἰς ἄκρον εὐειδῆ.
Καὶ χαίρονταν τὴν θείαν δωρεάν.

Τοὐλάχιστον γιὰ δέκα χρόνια ἀκόμη
ἡ καλλονή του θὰ διαρκοῦσεν. Ἔπειτα -
ἴσως ἐκ νέου στὸν Σακκὰ νὰ πήγαινε.
Κι ἂν ἐν τῷ μεταξὺ ἀπέθνησκεν ὁ γέρος,
πήγαινε σ' ἄλλου φιλοσόφου ἢ σοφιστοῦ·
πάντοτε βρίσκεται κατάλληλος κανείς.

Ἢ τέλος, δυνατὸν καὶ στὰ πολιτικά
νὰ ἐπέστρεφεν -ἀξιεπαίνως ἐνθυμούμενος
τὲς οἰκογενειακές του παραδόσεις,
τὸ χρέος πρὸς τὴν πατρίδα, κι ἄλλα ἠχηρὰ παρόμοια.




Τεχνουργός Κρατήρων

Εἰς τὸν κρατῆρα αὐτὸν ἀπὸ ἁγνὸν ἀσήμι -
ποὺ γιὰ τοῦ Ἡρακλείδη ἔγινε τὴν οἰκία,
ἔνθα καλαισθησία πολλὴ ἐπικρατεῖ -
ἰδοὺ ἄνθη κομψά, καὶ ρύακες, καὶ θυμοί,
κ' ἔθεσα ἐν τῷ μέσῳ ἕναν ὡραῖον νέον,
γυμνόν, ἐρωτικὸν· μὲς στὸ νερὸ τὴν κνήμη
τὴν μιὰ τοῦ ἔχει ἀκόμη.- Ἱκέτευσα, ὦ μνήμη,
νὰ σ' εὕρω βοηθὸν ἀρίστην, γιὰ νὰ κάμω
τοῦ νέου ποὺ ἀγαποῦσα τὸ πρόσωπον ὡς ἦταν.
Μεγάλη ἡ δυσκολία ἀπέβη ἐπειδή
ὡς δέκα πέντε χρόνια πέρασαν ἀπ' τὴν μέρα
ποὺ ἔπεσε, στρατιώτης, στῆς Μαγνησίας τὴν ἧτταν.




Ὑπὲρ τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας πολεμήσαντες

Ἀνδρεῖοι σεῖς ποὺ πολεμήσατε καὶ πέσατ' εὐκλεῶς·
τοὺς πανταχοῦ νικήσαντας μὴ φοβηθέντες.
Ἄμωμοι σεῖς, ἂν ἔπταισαν ὁ Δίαιος καὶ ὁ Κριτόλαος.
Ὅταν θέλουν οἱ Ἕλληνες νὰ καυχηθοῦν,
«Τέτοιους βγάζει τὸ ἔθνος μας» θὰ λένε
γιά σας. Ἔτσι θαυμάσιος θάναι ὁ ἔπαινός σας. --

Ἐγράφη ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ὑπὸ Ἀχαιοῦ·
ἕβδομον ἔτος Πτολεμαίου, Λαθύρου.




Πρὸς τὸν Ἀντίοχον Ἐπιφανῆ

Ὁ νέος Ἀντιοχεὺς εἶπε στὸν βασιλέα,
«Μὲς τὴν καρδιά μου πάλλει μιὰ προσφιλὴς ἐλπίς·
οἱ Μακεδόνες πάλι, Ἀντίοχε Ἐπιφανῆ,
οἱ Μακεδόνες εἶναι μὲς στὴν μεγάλη πάλη.
"Ἂς ἦταν νὰ νικήσουν - καὶ σ' ὅποιον θέλει δίδω
τὸν λέοντα καὶ τοὺς ἵππους, τὸν Πάνα ἀπὸ κοράλλι,
καὶ τὸ κομψὸ παλάτι, καὶ τοὺς ἐν Τύρῳ κήπους,
κι ὀσ' ἄλλα μ' ἔχεις δώσει, Ἀντίοχε Ἐπιφανῆ.»

Ἴσως νὰ συγκινήθη κομμάτι ὁ βασιλεύς.
Μὰ πάραυτα θυμήθη πατέρα κι ἀδελφόν,
καὶ μήτε ἀπεκρίθη. Μποροῦσε ὠτακουστής
νὰ ἐπαναλάβει κάτι.- Ἄλλωστε, ὡς φυσικόν,
ταχέως ἐπῆλθε εἰς Πύδναν ἡ ἀπαισία λῆξις.




Σ' ἕνα βιβλίο παλιό-

Σ' ἕνα βιβλίο παληό -περίπου ἑκατὸ ἐτῶν-
ἀνάμεσα στὰ φύλλα του λησμονημένη,
ηὗρα μιὰν ὑδατογραφία ἄνευ ὑπογραφῆς.
Θάταν τὸ ἔργον καλλιτέχνου λίαν δυνατοῦ.
Ἔφερ' ὡς τίτλον, «Παρουσίασις τοῦ Ἔρωτος».

Πλὴν μᾶλλον ἥρμοζε, «- τοῦ ἔρωτος τῶν ἄκρως αἰσθητῶν».

Γιατί ἦταν φανερὸ σὰν ἔβλεπες τὸ ἔργον
(εὔκολα νοιώθονταν ἡ ἰδέα τοῦ καλλιτέχνου)
ποὺ γιὰ ὅσους ἀγαποῦνε κάπως ὑγιεινά,
μὲς στ' ὁπωσδήποτε ἐπιτετραμμένον μένοντες,
δὲν ἦταν προωρισμένος ὁ ἔφηβος
τῆς ζωγραφιᾶς - μὲ καστανᾶ, βαθύχροα μάτια·
μὲ τοῦ προσώπου του τὴν ἐκλεκτὴ ἐμορφιά,
τὴν ἐμορφιὰ τῶν ἀνωμάλων ἕλξεων·
μὲ τὰ ἰδεώδη χείλη του ποὺ φέρνουνε
τὴν ἡδονὴ εἰς ἀγαπημένο σῶμα·
μὲ τὰ ἰδεώδη μέλη του πλασμένα γιὰ κρεββάτια
ποὺ ἀναίσχυντα τ' ἀποκαλεῖ ἡ τρεχάμενη ἠθική.




Ἐν ἀπογνώσει

Τὸν ἔχασ' ἐντελῶς. Καὶ τώρα πιὰ ζητεῖ
στὰ χείλη καθενὸς καινούριου ἐραστῆ
τὰ χείλη τὰ δικά του· στὴν ἕνωσι μὲ κάθε
καινούριον ἐραστὴ ζητεῖ νὰ πλανηθεῖ
πὼς εἶναι ὁ ἴδιος νέος, πὼς δίδεται σ' ἐκεῖνον.

Τὸν ἔχασ' ἐντελῶς, σὰν νὰ μὴ ὑπῆρχε κἄν.
Γιατί ἤθελε -εἴπ' ἐκεῖνος- ἤθελε νὰ σωθεῖ
ἀπ' την στιγματισμένη, τὴν νοσηρὰ ἡδονή·
ἀπ' την στιγματισμένη, τοῦ αἴσχους ἡδονή.
Ἦταν καιρὸς ἀκόμη- ὡς εἶπε- νὰ σωθεῖ.

Τὸν ἔχασ' ἐντελῶς, σὰν νὰ μὴ ὑπῆρχε κἄν.
Ἀπὸ τὴν φαντασίαν, ἀπὸ τὲς παραισθήσεις
στὰ χείλη ἄλλων νέων τὰ χείλη του ζητεῖ·
γυρεύει νὰ αἰσθανθεῖ ξανὰ τὸν ἔρωτά του.




Ὁ Ἰουλιανός, ὁρῶν ὀλιγωρίαν

«Ὁρῶν οὖν πολλὴν μὲν ὀλιγωρίαν οὔσαν
ἡμῖν πρὸς τοὺς θεούς» - λέγει μὲ ὕφος σοβαρόν.
Ὀλιγωρίαν. Μὰ τί περίμενε λοιπόν;
Ὅσο ἤθελεν ἂς ἔκαμνεν ὀργάνωσι θρησκευτική,
ὅσο ἤθελεν ἂς ἔγραφε στὸν ἀρχιερέα Γαλατίας,
ἢ εἰς ἄλλους τοιούτους, παροτρύνων κι ὁδηγῶν.
Οἱ φίλοι του δὲν ἦσαν Χριστιανοί·
αὐτὸ ἦταν θετικόν. Μὰ δὲν μποροῦσαν κιόλας
νὰ παίζουν σὰν κι αὐτόνα (τὸν Χριστιανομαθημένο)
μὲ σύστημα καινούριας ἐκκλησίας,
ἀστεῖον καὶ στὴν σύλληψι καὶ στὴν ἐφαρμογή.
Ἕλληνες ἦσαν ἐπὶ τέλους. Μηδὲν ἄγαν, Αὔγουστε.




Ἐπιτύμβιον Ἀντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής

Μετὰ ποὺ ἐπέστρεψε, περίλυπη, ἀπ' τὴν κηδεία του,
ἡ ἀδελφή του ἐγκρατὼς καὶ πράως ζήσαντος,
τοῦ λίαν ἐγγραμμάτου Ἀντιόχου, βασιλέως
Κομμαγηνής, ἦθελ' ἕνα ἐπιτύμβιον γι' αὐτόν.
Κι ὁ Ἐφέσιος σοφιστὴς Καλλίστρατος - ὁ κατοικῶν
συχνὰ ἐν τῷ κρατιδίῳ της Κομμαγηνῆς,
κι ἀπὸ τὸν οἶκον τὸν βασιλικόν
ἀσμένως κ' ἐπανειλημμένως φιλοξενηθεῖς-
τὸ ἔγραψε, τὴ ὑποδείξει Σύρων αὐλικῶν,
καὶ τὸ ἔστειλε εἰς τὴν γραῖαν δέσποιναν.

«Τοῦ Ἀντιόχου τοῦ εὐεργέτου βασιλέως
νὰ ὑμνηθεῖ ἐπαξίως, ὦ Κομμαγηνοί, τὸ κλέος.
Ἦταν τῆς χώρας κυβερνήτης προνοητικός.
Ὑπῆρξε δίκαιος, σοφός, γενναῖος.
Ὑπῆρξεν ἔτι τὸ ἄριστον ἐκεῖνο, Ἑλληνικός -
ἰδιότητα δὲν ἔχ' ἡ ἀνθρωπότης τιμιοτέραν·
εἰς τοὺς θεοὺς εὑρίσκονται τὰ πέραν.»




Θέατρον τῆς Σιδῶνος (400 μ.Χ.)

Πολίτου ἐντίμου υἱός- πρὸ πάντων, εὐειδής
ἔφηβος τοῦ θεάτρου, ποικίλως ἀρεστός,
ἐνίοτε συνθέτω ἐν γλώσσῃ ἑλληνική
λίαν εὐτόλμους στίχους, ποὺ τοὺς κυκλοφορῶ
πολὺ κρυφά, ἐννοεῖται- θεοί! νὰ μὴν τοὺς δοῦν
οἱ τὰ φαιὰ φοροῦντες, περὶ ἠθικῆς λαλοῦντες-
στίχους τῆς ἡδονῆς τῆς ἐκλεκτῆς, ποὺ πηαίνει
πρὸς ἄγονην ἀγάπη κι ἀποδοκιμασμένη.




Ὁ Ἰοὐλιανὸς ἐν Νικομηδείᾳ

Ἄστοχα πράγματα καὶ κινδυνώδη.
Οἱ ἔπαινοι γιὰ τῶν Ἑλλήνων τὰ ἰδεώδη.

Ἡ θεουργίες κ' ἡ ἐπισκέψεις στοὺς ναούς
τῶν ἐθνικῶν. Οἱ ἐνθουσιασμοὶ γιὰ τοὺς ἀρχαίους θεούς.

Μὲ τὸν Χρυσάνθιον ἡ συχνὲς συνομιλίες.
Τοῦ φιλοσόφου -τοῦ ἄλλωστε δεινοῦ- Μαξίμου ἡ θεωρίες.

Καὶ νὰ τὸ ἀποτέλεσμα. Ὁ Γάλλος δείχνει ἀνησυχία
μεγάλην. Ὁ Κωνστάντιος ἔχει κάποιαν ὑποψία.

Α οἱ συμβουλεύσαντες δὲν ἦσαν διόλου συνετοί.
Παρέγινε -λέγει ὁ Μαρδόνιος- ἡ ἱστορία αὐτή,

καὶ πρέπει ἐξ ἅπαντος νὰ παύσει ὁ θόρυβός της.-
Ὁ Ἰουλιανὸς πηγαίνει πάλι ἀναγνώστης

στὴν ἐκκλησία της Νικομηδείας,
ὅπου μεγαλοφώνως καὶ μετ' εὐλαβείας

πολλῆς τὲς ἱερὲς Γραφὲς διαβάζει,
καὶ τὴν χριστιανική του εὐσέβεια ὁ λαὸς θαυμάζει.




Πρὶν τοὺς ἀλλάξει ὁ Χρόνος

Λυπήθηκαν μεγάλως στὸν ἀποχωρισμό των.
Δὲν τόθελαν αὐτοὶ· ἦταν ἡ περιστάσεις.
Βιοτικὲς ἀνάγκες ἐκάμνανε τὸν ἕνα
νὰ φύγει μακρυά- Νέα Ὑόρκη ἢ Καναδᾶ.
Ἡ ἀγάπη των βεβαίως δὲν ἦταν ἴδια ὡς πρίν·
εἶχεν ἐλαττωθεῖ ἡ ἕλξις βαθμηδόν,
εἶχεν ἐλαττωθεῖ ἡ ἕλξις της πολύ.
Ὅμως νὰ χωρισθοῦν, δὲν τόθελαν αὐτοί.
Ἦταν ἡ περιστάσεις.- Ἢ μήπως καλλιτέχνις
ἐφάνηκεν ἡ Τύχη χωρίζοντάς τους τώρα
πρὶν σβύσει τὸ αἴσθημά των, πρὶν τοὺς ἀλλάξει ὁ Χρόνος·
ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον θὰ εἶναι ὡς νὰ μένει πάντα
τῶν εἴκοσι τεσσάρων ἐτῶν τ' ὡραῖο παιδί.




Ἦλθε γιὰ νὰ διαβάσει

Ἦλθε γιὰ νὰ διαβάσει. Εἶν' ἀνοιχτά
δυό, τρία βιβλία· ἱστορικοὶ καὶ ποιηταί.
Μὰ μόλις διάβασε δέκα λεπτά,
καὶ τὰ παράτησε. Στὸν καναπέ
μισοκοιμᾶται. Ἀνήκει πλήρως στὰ βιβλία --
ἀλλ' εἶναι εἴκοσι τριὼ ἐτῶν, κ' εἶν' ἔμορφος πολύ·
καὶ σήμερα τὸ ἀπόγευμα πέρασ' ὁ ἔρως
στὴν ἰδεώδη σάρκα του, στὰ χείλη.
Στὴ σάρκα του ποὺ εἶναι ὅλο καλλονή
ἡ θέρμη πέρασεν ἡ ἐρωτική·
χωρὶς ἀστείαν αἰδῶ γιὰ τὴν μορφὴ τῆς ἀπολαύσεως.....




Τὸ 31 π.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια

Ἀπ' τὴν μικρή του, στὰ περίχωρα πλησίον, κώμη,
καὶ σκονισμένος ἀπὸ τὸ ταξείδι ἀκόμη

ἔφθασεν ὁ πραγματευτής. Καὶ «Λίβανον!» καὶ «Κόμμι!»
«Ἄριστον Ἔλαιον!» «Ἄρωμα γιὰ τὴν κόμη!»

στοὺς δρόμους διαλαλεῖ. Ἄλλ' ἡ μεγάλη ὀχλοβοή,
κ' ἡ μουσικές, κ' ἡ παρελάσεις ποὺ ἀφίνουν ν' ἀκουσθεῖ.

Τὸ πλῆθος τὸν σκουντᾶ, τὸν σέρνει, τὸν βροντᾶ.
Κι ὅταν πιὰ τέλεια σαστισμένος, «Τί εἶναι ἡ τρέλλα αὐτή;» ρωτᾶ,

ἕνας τοῦ ρίχνει κι αὐτουνοῦ τὴν γιγαντιαία ψευτιά
τοῦ παλατιοῦ - ποὺ στὴν Ἑλλάδα ὁ Ἀντώνιος νικᾶ.




Ὁ Ἰωάννης Καντακουζηνὸς ὑπερισχύει

Τοὺς κάμπους βλέπει ποὺ ἀκόμη ὁρίζει
μὲ τὸ σιτάρι, μὲ τὰ ζῶα, μὲ τὰ καρποφόρα
δένδρα. Καὶ πιὸ μακρυὰ τὸ σπίτι του τὸ πατρικό,
γεμᾶτο ροῦχα κ' ἔπιπλα πολύτιμα, κι ἀσημικό.

Θὰ τοῦ τὰ πάρουν -Ἰησοῦ Χριστέ!- θὰ τοῦ τὰ πάρουν τώρα.

Ἄραγε νὰ τὸν λυπηθεῖ ὁ Καντακουζηνός
ἂν πάει στὰ πόδια του νὰ πέσει. Λὲν πὼς εἶν' ἐπιεικής,
λίαν ἐπιεικής. Ἄλλ' οἱ περὶ αὐτόν; ἀλλ' ὁ στρατός;-
Ἤ, στὴν κυρία Εἰρήνη νὰ προσπέσει, νὰ κλαυθεῖ;

Κουτός! στὸ κόμμα νὰ μπλεχθεῖ τῆς Ἄννας-
ποὺ νὰ μὴν ἔσωνε νὰ τὴν στεφανωθεῖ
ὁ κυρ Ἀνδρόνικος ποτέ. Εἴδαμε προκοπή
ἀπὸ τὸ φέρσιμό της, εἴδαμε ἀνθρωπιά;
Μὰ ὡς κ' οἱ Φράγκοι δὲν τὴν ἐκτιμοῦνε πιά.
Γελοῖα τὰ σχέδιά της, μωρὰ ἡ ἑτοιμασία της ὅλη.
Ἐνῷ φοβέριζαν τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν Πόλι,
τοὺς ρήμαξεν ὁ Καντακουζηνός, τοὺς ρήμαξε ὁ κυρ Γιάννης.

Καὶ ποὺ τὸ εἶχε σκοπὸ νὰ πάει μὲ τοῦ κυρ Γιάννη
τὸ μέρος! Καὶ θὰ τόκαμνε. Καὶ θάταν τώρα εὐτυχισμένος,
μεγάλος ἄρχοντας πάντα, καὶ στεριωμένος,
ἂν ὁ δεσπότης δὲν τὸν ἔπειθε τὴν τελευταία στιγμή,
μὲ τὴν ἱερατική του ἐπιβολή,
μὲ τὲς ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον ἐσφαλμένες του πληροφορίες,
καὶ μὲ τὲς ὑποσχέσεις του, καὶ τὲς βλακεῖες.




Τέμεθος, Ἀντιοχεὺς· 400 μ.Χ.

Στίχοι τοῦ νέου Τεμέθου του ἐρωτοπαθοῦς.
Μὲ τίτλον «Ὁ Ἐμονίδης» - τοῦ Ἀντιόχου Ἐπιφανοῦς
ὁ προσφιλὴς ἑταῖρος· ἕνας περικαλλής
νέος ἐκ Σαμοσάτων. Μὰ ἂν ἔγιναν οἱ στίχοι
θερμοί, συγκινημένοι εἶναι ποὺ ὁ Ἐμονίδης
(ἀπὸ τὴν παλαιὰν ἐκείνην ἐποχή·
τὸ ἑκατὸν τριάντα ἑπτὰ τῆς βασιλείας Ἑλλήνων! -
ἴσως καὶ λίγο πρὶν) στὸ ποίημα ἐτέθη
ὡς ὄνομα ψιλὸν· εὐάρμοστον ἐν τούτοις.
Μιὰ ἀγάπη του Τεμέθου τὸ ποίημα ἐκφράζει,
ὡραίαν κι ἀξίαν αὐτοῦ. Ἐμεῖς οἱ μυημένοι
οἱ φίλοι του οἱ στενοὶ· ἐμεῖς οἱ μυημένοι
γνωρίζουμε γιὰ ποιόνα ἐγράφησαν οἱ στίχοι..
Οἱ ἀνίδεοι Ἀντιοχεῖς διαβάζουν, Ἐμονίδην.




Ἀπὸ ὑαλὶ χρωματιστό

Πολὺ μὲ συγκινεῖ μιὰ λεπτομέρεια
στὴν στέψιν, ἐν Βλαχέρναις, τοῦ Ἰωάννη Καντακουζηνοῦ
καὶ τῆς Εἰρήνης Ἀνδρονίκου Ἀσάν.
Ὅπως δὲν εἶχαν παρὰ λίγους πολυτίμους λίθους
(τοῦ ταλαιπώρου κράτους μας ἦταν μεγάλ' ἡ πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς. Ἕνα σωρὸ κομμάτια ἀπὸ ὑαλί,
κόκκινα, πράσινα ἢ γαλάζια. Τίποτε
τὸ ταπεινὸν ἢ τὸ ἀναξιοπρεπές
δὲν ἔχουν κατ' ἐμὲ τὰ κομματάκια αὐτά
ἀπὸ ὑαλὶ χρωματιστό. Μοιάζουνε τοὐναντίον
σὰν μιὰ διαμαρτυρία θλιβερή
κατὰ τῆς ἄδικης κακομοιριᾶς τῶν στεφομένων.
Εἶναι τὰ σύμβολα τοῦ τί ἥρμοζε νὰ ἔχουν,
τοῦ τί ἐξ ἅπαντος ἦταν ὀρθὸν νὰ ἔχουν
στὴν στέψι των ἕνας Κυρ Ἰωάννης Καντακουζηνός,
μιὰ Κυρία Εἰρήνη Ἀνδρονίκου Ἀσάν.




Τὸ 25ον ἔτος τοῦ βίου του

Πηγαίνει στὴν ταβέρνα τακτικά
ποὺ εἴχανε γνωρισθεῖ τὸν περασμένο μῆνα.
Ρώτησε· μὰ δὲν ἤξεραν τίποτε νὰ τὸν ποῦν.
Ἀπὸ τὰ λόγια των, κατάλαβε πὼς εἶχε γνωρισθεῖ
μ' ἕνα ὅλως ἄγνωστο ὑποκείμενον·
μιὰ ἀπ' τὲς πολλὲς ἄγνωστες κ' ὕποπτες
νεανικὲς μορφὲς ποὺ ἀπ' ἐκεῖ περνοῦσαν.
Πηγαίνει ὅμως στὴν ταβέρνα τακτικά, τὴν νύχτα,
καὶ κάθεται καὶ βλέπει πρὸς τὴν εἴσοδο·
μέχρι κοπώσεως βλέπει πρὸς τὴν εἴσοδο.
Ἴσως νὰ μπεῖ. Ἀπόψ' ἴσως ναρθεῖ.

Κοντὰ τρεὶς βδομάδες ἔτσι κάμνει.
Ἀρρώστησεν ὁ νοῦς του ἀπὸ λαγνεία.
Στὸ στόμα του μείνανε τὰ φιλιά.
Παθαίνεται ἀπ' τὸν διαρκῆ πόθον ἡ σάρκα του ὅλη.
Τοῦ σώματος ἐκείνου ἡ ἁφὴ εἶν' ἐπάνω του.
Θέλει τὴν ἕνωσι μαζύ του πάλι.

Νὰ μὴν προδίδεται, τὸ προσπαθεῖ ἐννοεῖται.
Μὰ κάποτε σχεδὸν ἀδιαφορεῖ.-
Ἐξ ἄλλου, σὲ τί ἐκτίθεται τὸ ξέρει,
τὸ πῆρε ἀπόφασι. Δὲν εἶν' ἀπίθανον ἡ ζωή του αὐτή
σὲ σκάνδαλον ὀλέθριο νὰ τὸν φέρει.




Εἰς Ἰταλικὴν παραλίαν

Ὁ Κῆμος Μενεδώρου, Ἰταλιώτης νέος,
τὸν βίον του περνᾶ μέσα στὲς διασκεδάσεις·
ὡς συνειθίζουν τοῦτοι οἱ ἀπ' τὴν Μεγάλη Ἑλλάδα
μὲς στὰ πολλὰ τὰ πλούτη ἀναθρεμένοι νέοι.

Μὰ σήμερα εἶναι λίαν, παρὰ τὸ φυσικό του,
σύννους καὶ κατηφής. Κοντὰ στὴν παραλίαν,
μὲ ἄκραν μελαγχολίαν βλέπει ποὺ ἐκφορτώνουν
τὰ πλοῖα μὲ τὴν λείαν ἐκ τῆς Πελοποννήσου.

Λάφυρα ἑλληνικὰ· ἡ λεία τῆς Κορίνθου.

Α σήμερα βεβαίως δὲν εἶναι θεμιτόν,
δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ἰταλιώτης νέος
νάχει γιὰ διασκεδάσεις καμιὰν ἐπιθυμίαν.




Στὸ πληκτικὸ χωριό

Στὸ πληκτικὸ χωριὸ ποὺ ἐργάζεται -
ὑπάλληλος σ' ἕνα κατάστημα
ἐμπορικὸ· νεότατος - καὶ ποὺ ἀναμένει
ἀκόμη δυὸ τρεῖς μῆνες νὰ περάσουν,
ἀκόμη δυὸ τρεῖς μῆνες γιὰ νὰ λιγοστέψουν οἱ δουλειές,
κ' ἔτσι νὰ μεταβεῖ στὴν πόλιν νὰ ριχθεῖ
στὴν κίνησι καὶ στὴν διασκέδασιν εὐθύς·
στὸ πληκτικὸ χωριὸ ὅπου ἀναμένει -
ἔπεσε στὸ κρεββάτι ἀπόψι ἐρωτοπαθής,
ὅλ' ἡ νεότης του στὸν σαρκικὸ πόθο ἀναμένη,
εἰς ἔντασιν ὡραίαν ὅλ' ἡ ὡραία νεότης του.
Καὶ μὲς στὸν ὕπνον ἡ ἡδονὴ προσῆλθε· μέσα
στὸν ὕπνο βλέπει κ' ἔχει τὴν μορφή, τὴν σάρκα ποὺ ἤθελε...




Ἀπολλώνιος ὁ Τυανεὺς ἐν Ρόδῳ

Γιὰ τὴν ἁρμόζουσα παίδευσι κι ἀγωγή
ὁ Ἀπολλώνιος ὁμιλοῦσε μ' ἕναν
νέον ποὺ ἔκτιζε πολυτελῆ
οἰκίαν ἐν Ρόδῳ. «Ἐγὼ δὲ ἐς ἱερόν»
εἶπεν ὁ Τυανεὺς στὸ τέλος «παρελθών
πολλῷ ἂν ἤδιον ἐν αὐτῷ μικρῷ
ὄντι ἄγαλμα ἐλέφαντός τε καὶ χρυσοῦ
ἴδοιμι ἢ ἐν μεγάλῳ κεραμεοῦν τε καὶ φαῦλον.»-

Τὸ «κεραμεοῦν» καὶ «φαῦλον»· τὸ σιχαμερό:
ποὺ κιόλας μερικοὺς (χωρὶς προπόνησι ἀρκετή)
ἀγυρτικὼς ἐξαπατᾶ. Τὸ κεραμεοῦν καὶ φαῦλον.




Ἡ ἀρρώστια τοῦ Κλείτου

Ὁ Κλεῖτος, ἕνα συμπαθητικό
παιδί, περίπου εἴκοσι τριὼ ἐτῶν -
μὲ ἀρίστην ἀγωγή, μὲ σπάνια ἑλληνομάθεια -
εἶν' ἄρρωστος βαρειά. Τὸν ηὗρε ὁ πυρετός
ποὺ φέτος θέρισε στὴν Ἀλεξάνδρεια.

Τὸν ηὗρε ὁ πυρετὸς ἐξαντλημένο κιόλας ἠθικῶς
ἀπ' τον καϋμὸ ποὺ ὁ ἑταῖρος του, ἕνας νέος ἠθοποιός,
ἔπαυσε νὰ τὸν ἀγαπᾶ καὶ νὰ τὸν θέλει.

Ἔιν' ἄρρωστος βαρειά, καὶ τρέμουν οἱ γονεῖς του.

Καὶ μιὰ γρηὰ ὑπηρέτρια ποὺ τὸν μεγάλωσε,
τρέμει κι αὐτὴ γιὰ τὴν ζωή του Κλείτου.
Μὲς στὴν δεινὴν ἀνησυχία της
στὸν νοῦ της ἔρχεται ἕνα εἴδωλο
ποὺ λάτρευε μικρή, πρὶν μπεῖ αὐτοῦ, ὑπηρέτρια,
σὲ σπίτι Χριστιανῶν ἐπιφανῶν, καὶ χριστιανέψει.
Παίρνει κρυφὰ κάτι πλακούντια, καὶ κρασί, καὶ μέλι.
Τὰ πάει στὸ εἴδωλο μπροστά. Ὅσα θυμᾶται μέλη
τῆς ἱκεσίας ψάλλει· ἄκρες, μέσες. Ἡ κουτή
δὲν νοιώθει ποὺ τὸν μαῦρον δαίμονα λίγο τὸν μέλει
ἂν γιάνει ἢ ἂν δὲν γιάνει ἕνας Χριστιανός.




Ἐν δὴμῳ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας

Ἡ εἰδήσεις γιὰ τὴν ἔκβασι τῆς ναυμαχίας, στὸ Ἄκτιον,
ἦσαν βεβαίως ἀπροσδόκητες.
Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συντάξουμε νέον ἔγγραφον.
Τ' ὄνομα μόνον ν' ἀλλαχθεῖ. Ἀντίς, ἐκεῖ
στὲς τελευταῖες γραμμές, «Λυτρώσας τοὺς Ρωμαίους
ἀπ' τὸν ὀλέθριον Ὀκτάβιον,
τὸν δίκην παρωδίας Καίσαρα,»
τώρα θὰ βάλουμε «Λυτρώσας τοὺς Ρωμαίους
ἀπ' τὸν ὀλέθριον Ἀντώνιον».
Ὅλο τὸ κείμενον ταιριάζει ὡραῖα.

Στὸν νικητήν, τὸν ἐνδοξότατον,
τὸν ἐν παντὶ πολεμικῷ ἔργῳ ἀνυπέρβλητον,
τὸν θαυμαστὸν ἐπὶ μεγαλουργία πολιτική,
ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐνθέρμως εὔχονταν ὁ δῆμος·
τὴν ἐπικράτησι τοῦ Ἀντωνίου»
ἐδῶ, ὅπως εἴπαμεν, ἡ ἀλλαγή: «τοῦ Καίσαρος
ὡς δῶρον τοῦ Διὸς κάλλιστον θεωρῶν -
στὸν κραταιὸ προστάτη τῶν Ἑλλήνων,
τὸν ἔθη ἑλληνικὰ εὐμενῶς γεραίροντα,
τὸν προσφιλῆ ἐν πάσῃ χώρᾳ ἑλληνική,
τὸν λίαν ἐνδεδειγμένον γιὰ ἔπαινο περιφανῆ,
καὶ γιὰ ἐξιστόρησι τῶν πράξεών του ἐκτενῆ
ἐν λόγῳ ἑλληνικῷ κ' ἐμμέτρῳ καὶ πεζῷ·
ἐν λ ὃ γ ὦ ε λ λ ἡ ν ἰ κ ὦ ποὺ εἶν' ὁ φορεὺς τῆς φήμης,»
καὶ τὰ λοιπά, καὶ τὰ λοιπά. Λαμπρὰ ταιριάζουν ὅλα.




Ἱερεύς τοῦ Σεραπίου

Τὸν γέροντα καλὸν πατέρα μου,
τὸν ἀγαπῶντα μὲ τὸ ἴδιο πάντα·
τὸν γέροντα καλὸν πατέρα μου θρηνῶ
ποὺ πέθανε προχθές, ὀλίγο πρὶν χαράξει.

Ἰησοῦ Χριστέ, τὰ παραγγέλματα
τῆς ἱεροτάτης ἐκκλησίας σου νὰ τηρῶ
εἰς κάθε πρᾶξιν μου, εἰς κάθε λόγον,
εἰς κάθε σκέψι εἶν' ἡ προσπάθεια μου
ἡ καθημερινή. Κι ὅσους σὲ ἀρνοῦνται
τοὺς ἀποστρέφομαι.-- Ἀλλὰ τώρα θρηνῶ·
ὀδύρομαι, Χριστέ, γιὰ τὸν πατέρα μου
μ' ὅλο ποὺ ἤτανε -- φρικτὸν εἰπεῖν --
στὸ ἐπικατάρατον Σεράπιον ἱερεύς.




Μέσα στὰ καπηλειά

Μέσα στὰ καπηλειὰ καὶ τὰ χαμαιτυπεία
τῆς Βηρυτοῦ κυλιέμαι. Δὲν ἤθελα νὰ μένω
στὴν Ἀλεξάνδρεια ἐγώ. Μ' ἄφισεν ὁ Ταμίδης·
κ' ἐπῆγε μὲ τοῦ Ἐπάρχου τὸν υἱὸ γιὰ ν' ἀποκτήσει
μιὰ ἔπαυλι στὸν Νεῖλο, ἕνα μέγαρον στὴν πόλιν.
Δὲν ἔκανε νὰ μένω στὴν Ἀλεξάνδρεια ἐγώ.-
Μέσα στὰ καπηλειὰ καὶ τὰ χαμαιτυπεία
τῆς Βηρυτοῦ κυλιέμαι. Μὲς σ' εὐτελῆ κραιπάλη
διάγω ποταπῶς. Τὸ μόνο ποὺ μὲ σώζει
σὰν ἐμορφιὰ διαρκής, σὰν ἄρωμα ποὺ ἐπάνω
στὴν σάρκα μου ἔχει μείνει, εἶναι ποὺ εἶχα δυὸ χρόνια
δικό μου τον Ταμίδη, τὸν πιὸ ἐξαίσιο νέο,
δικό μου ὄχι γιὰ σπίτι ἢ γιὰ ἔπαυλι στὸν Νεῖλο.




Μεγάλη συνοδεία ἐξ ἱερέων καὶ λαϊκῶν

Ἐξ ἱερέων καὶ λαϊκῶν μιὰ συνοδεία,
ἀντιπροσωπευμένα πάντα τὰ ἐπαγγέλματα,
διέρχεται ὁδούς, πλατέες, καὶ πύλες
τῆς περιωνύμου πόλεως Ἀντιοχείας.
Στῆς ἐπιβλητικῆς, μεγάλης συνοδείας τὴν ἀρχή
ὡραῖος, λευκοντυμένος ἔφηβος βαστᾶ
μὲ ἀνυψωμένα χέρια τὸν Σταυρόν,
τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐλπίδα μας, τὸν ἅγιον Σταυρόν.
Οἱ ἐθνικοί, οἱ πρὶν τοσοῦτον ὑπερφίαλοι,
συνεσταλμένοι τώρα καὶ δειλοὶ μὲ βίαν
ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν συνοδείαν.
Μακρὰν ἡμῶν, μακρὰν ἡμῶν νὰ μένουν πάντα
(ὅσο τὴν πλάνη τους δὲν ἀπαρνοῦνται). Προχωρεῖ
ὁ ἅγιος Σταυρός. Εἰς κάθε συνοικίαν
ὅπου ἐν θεοσεβείᾳ ζοῦν οἱ Χριστιανοί
φέρει παρηγορίαν καὶ χαρά:
βγαίνουν, οἱ εὐλαβεῖς, στὲς πόρτες τῶν σπιτιῶν τους
καὶ πλήρεις ἀγαλλιάσεως τὸν προσκυνοῦν -
τὴν δύναμιν, τὴν σωτηρίαν τῆς οἰκουμένης, τὸν Σταυρόν.-

Εἶναι μιὰ ἐτήσια ἑορτὴ Χριστιανική.
Μὰ σήμερα τελεῖται, ἰδού, πιὸ ἐπιφανῶς.
Λυτρώθηκε τὸ κράτος ἐπὶ τέλους.
Ὁ μιαρότατος, ὁ ἀποτρόπαιος
Ἰουλιανὸς δὲν βασιλεύει πιά.

Ὑπὲρ τοῦ εὐσεβεστάτου Ἰοβιανοῦ εὐχηθῶμεν.




Σοφιστής ἀπερχόμενος ἐκ Συρίας

Δόκιμε σοφιστὴ ποὺ ἀπέρχεσαι ἐκ Συρίας
καὶ περὶ Ἀντιοχείας σκοπεύεις νὰ συγγράψεις,
ἐν τῷ ἔργῳ σου τον Μέβη ἀξίζει ν' ἀναφέρεις.
Τὸν φημισμένο Μέβη ποὺ ἀναντιρρήτως εἶναι
ὁ νέος ὁ πιὸ εὐειδής, κι ὁ πιὸ ἀγαπηθείς
σ' ὅλην την Ἀντιόχεια. Κανέν' ἀπὸ τοὺς ἄλλους
τοῦ ἰδίου βίου νέους, κανένα δὲν πληρώνουν
τόσο ἀκριβὰ ὡς αὐτόν. Γιὰ νάχουνε τὸν Μέβη
μονάχα δυό, τρεῖς μέρες πολὺ συχνὰ τὸν δίνουν
ὡς ἑκατὸ στατῆρας.- Εἶπα, Στὴν Ἀντιόχεια·
μὰ καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια, μὰ καὶ στὴν Ρώμη ἀκόμη,
δὲν βρίσκετ' ἕνας νέος ἐράσμιος σὰν τὸν Μέβη.




Ὁ Ἰουλιανὸς καὶ οἱ Ἀντιοχεῖς

Τὸ Χί, φασίν, οὐδὲν ἠδίκησε τὴν πόλιν οὐδὲ τὸ Κάππα...
Τυχόντες δ' ἡμεῖς ἐξηγητῶν... ἐδιδάχθημεν ἀρχὰς ὀνο-
μάτων εἶναι τὰ γράμματα, δηλοῦν δ' ἐθέλειν τὸ μὲν Χρί-
στόν, τὸ δὲ Κωνστάντιον.

ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΜΙΣΟΠΩΓΩΝ

Ἤτανε δυνατὸν ποτὲ ν' ἀπαρνηθοῦν
τὴν ἔμορφή τους διαβίωσι· τὴν ποικιλία
τῶν καθημερινῶν τους διασκεδάσεων· τὸ λαμπρό τους
θέατρον ὅπου μιὰ ἕνωσις ἐγένονταν τῆς Τέχνης
μὲ τὲς ἐρωτικὲς τῆς σάρκας τάσεις!

Ἀνήθικοι μέχρι τινός - καὶ πιθανὸν μέχρι πολλοῦ -
ἦσαν. Ἄλλ' εἶχαν τὴν ἱκανοποίησι ποὺ ὁ βίος τους
ἦταν ὁ περιλάλητος βίος τῆς Ἀντιοχείας,
ὁ ἐνήδονος, ὁ ἀπόλυτα καλαίσθητος.

Νὰ τ' ἀρνηθοῦν αὐτά, γιὰ νὰ προσέξουν κιόλας τί;

Τὲς περὶ τῶν ψευδῶν θεῶν ἀερολογίες του,
τὲς ἀνιαρὲς περιαυτολογίες·
τὴν παιδαριώδη του θεατροφοβία·
τὴν ἄχαρι σεμνοτυφία του· τὰ γελοῖα του γένεια.

Α βέβαια προτιμούσανε τὸ Χί,
α βέβαια προτιμούσανε τὸ Κάππα· ἑκατὸ φορές.




Ἄννα Δαλασσηνή

Εἰς τὸ χρυσόβουλλον ποὺ ἔβγαλ' ὁ Ἀλέξιος Κομνηνός
γιὰ νὰ τιμήσει τὴν μητέρα του ἐπιφανῶς,
τὴν λίαν νοήμονα Κυρίαν Ἄννα Δαλασσηνή --
τὴν ἀξιόλογη στὰ ἔργα της, στὰ ἤθη --
ὑπάρχουν διάφορα ἐγκωμιαστικά:
ἐδῶ ἂς μεταφέρουμε ἀπὸ αὐτά
μιὰ φράσιν ἔμορφην, εὐγενική
«Οὐ τὸ ἐμὸν ἢ τὸ σόν, τὸ ψυχρὸν τοῦτο ρῆμα, ἐρρήθη».




Μέρες τοῦ 1896

Ἐξευτελίσθη πλήρως. Μιὰ ἐρωτικὴ ροπή του
λίαν ἀπαγορευμένη καὶ περιφρονημένη
(ἔμφυτη μολοντοῦτο) ὑπῆρξεν ἡ αἰτία:
ἦταν ἡ κοινωνία σεμνότυφη πολύ.
Ἔχασε βαθμηδὸν τὸ λιγοστό του χρῆμα·
κατόπι τὴ σειρά, καὶ τὴν ὑπόληψί του.
Πλησίαζε τὰ τριάντα χωρὶς ποτὲ ἕναν χρόνο
νὰ βγάλει σὲ δουλειά, τοὐλάχιστον γνωστή.
Ἐνίοτε τὰ ἔξοδά του τὰ κέρδιζεν ἀπό
μεσολαβήσεις ποὺ θεωροῦνται ντροπιασμένες.
Κατήντησ' ἕνας τύπος ποὺ ἂν σ' ἔβλεπαν μαζύ του
συχνά, ἦταν πιθανὸν μεγάλως νὰ ἐκτεθεῖς.

Ἄλλ' ὄχι μόνον τοῦτα. Δὲν θάτανε σωστό.
Ἀξίζει παραπάνω της ἐμορφιάς του ἡ μνήμη.
Μιὰ ἄποψις ἄλλη ὑπάρχει ποὺ ἂν ἰδωθεῖ ἀπὸ αὐτήν
φαντάζει, συμπαθὴς· φαντάζει, ἁπλὸ καὶ γνήσιο
τοῦ ἔρωτος παιδί, ποὺ ἄνω ἀπ' τὴν τιμή,
καὶ τὴν ὑπόληψί του ἔθεσε ἀνεξετάστως
τῆς καθαρῆς σαρκός του τὴν καθαρὴ ἡδονή.

Ἀπ' τὴν ὑπόληψί του; Μὰ ἡ κοινωνία ποὺ ἦταν
σεμνότυφη πολὺ συσχέτιζε κουτά.




Δύο νέοι, 23 ἕως 24 ἐτῶν

Ἀπ' τὲς δεκάμισυ ἤτανε στὸ καφενεῖον,
καὶ τὸν περίμενε σὲ λίγο νὰ φανεῖ.
Πῆγαν μεσάνυχτα - καὶ τὸν περίμενεν ἀκόμη.
Πῆγεν ἡ ὥρα μιάμισυ· εἶχε ἀδειάσει
τὸ καφενεῖον ὁλοτελῶς σχεδόν.
Βαρέθηκεν ἐφημερίδες νὰ διαβάζει
μηχανικῶς. Ἀπ' τὰ ἔρημα, τὰ τρία σελίνια του
ἔμεινε μόνον ἕνα: τόση ὥρα ποὺ περίμενε
ξόδιασε τ' ἄλλα σὲ καφέδες καὶ κονιάκ.
Κάπνισεν ὅλα του τα σιγαρέτα.
Τὸν ἐξαντλοῦσε ἡ τόση ἀναμονή. Γιατί
κιόλας μονάχος ὅπως ἦταν γιὰ ὧρες, ἄρχισαν
νὰ τὸν καταλαμβάνουν σκέψεις ὀχληρές
τῆς παραστρατημένης του ζωῆς.

Μὰ σὰν εἶδε τὸν φίλο του νὰ μπαίνει - εὐθύς
ἡ κούρασις, ἡ ἀνία, οἱ σκέψεις φύγανε.

Ὁ φίλος του ἔφερε μιὰ ἀνέλπιστη εἴδησι.
Εἶχε κερδίσει στὸ χαρτοπαικτεῖον ἑξῆντα λίρες.

Τὰ ἔμορφά τους πρόσωπα, τὰ ἐξαίσιά τους νειάτα,
ἡ αἰσθητικὴ ἀγάπη ποὺ εἶχαν μεταξύ τους,
δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν
ἀπ' τὲς ἑξῆντα λίρες του χαρτοπαικτείου.

Κι ὅλο χαρὰ καὶ δύναμις, αἴσθημα κι ὡραιότης
πῆγαν - ὄχι στὰ σπίτια τῶν τιμίων οἰκογενειῶν τους
(ὅπου, ἄλλωστε, μήτε τους θέλαν πιά):
σ'ένα γνωστό τους, καὶ λίαν εἰδικό,
σπίτι τῆς διαφθορᾶς πήγανε καὶ ζητῆσαν
δωμάτιον ὕπνου, κι ἀκριβὰ πιοτά, καὶ ξαναήπιαν.

Καὶ σὰν σωθήκαν τ' ἀκριβὰ πιοτά,
καὶ σὰν πλησίαζε πιὰ ἡ ὥρα τέσσερες,
στὸν ἔρωτα δοθήκαν εὐτυχεῖς.




Παλαιόθεν Ἑλληνίς

Καυχιέται ἡ Ἀντιόχεια γιὰ τὰ λαμπρά της κτίρια,
καὶ τοὺς ὡραίους της δρόμους· γιὰ τὴν περὶ αὐτήν
θαυμάσιαν ἐξοχήν, καὶ γιὰ τὸ μέγα πλῆθος
τῶν ἐν αὐτῇ κατοίκων. Καυχιέται ποὺ εἶν' ἡ ἕδρα
ἐνδόξων βασιλέων· καὶ γιὰ τοὺς καλλιτέχνας
καὶ τοὺς σοφοὺς ποὺ ἔχει, καὶ γιὰ τοὺς βαθυπλούτους
καὶ γνωστικοὺς ἐμπόρους. Μὰ πιὸ πολὺ ἀσυγκρίτως
ἀπ' ὅλα, ἡ Ἀντιόχεια καυχιέται ποὺ εἶναι πόλις
παλαιόθεν ἑλληνὶς· τοῦ Ἄργους συγγενής:
ἀπ' την Ἰώνη ποὺ ἱδρύθη ὑπὸ Ἀργείων
ἀποίκων πρὸς τιμὴν τῆς κόρης του Ἰνάχου.




Μέρες τοῦ 1901

Τοῦτο εἰς αὐτὸν ὑπῆρχε τὸ ξεχωριστό,
ποὺ μέσα σ' ὅλην του τὴν ἔκλυσι
καὶ τὴν πολλὴν τοῦ πεῖραν ἔρωτος,
παρ' ὅλην την συνειθισμένη του
στάσεως καὶ ἡλικίας ἐναρμόνισιν,
ἐτύχαιναν στιγμές - πλὴν βέβαια
σπανιότατες - ποὺ τὴν ἐντύπωσιν
ἔδιδε σάρκας σχεδὸν ἄθικτης.

Τῶν εἴκοσι ἐννιά του χρόνων ἡ ἐμορφιά
ἡ τόσο ἀπὸ τὴν ἡδονὴ δοκιμασμένη,
ἦταν στιγμὲς ποὺ θύμιζε παράδοξα
ἔφηβο πού - κάπως ἀδέξια - στὴν ἀγάπη
πρώτη φορὰ τὸ ἁγνό του σῶμα παραδίδει.




Οὐκ ἔγνως

Γιὰ τὲς θρησκευτικές μας δοξασίες -
ὁ κοῦφος Ἰουλιανὸς εἶπεν «Ἀνέγνων, ἔγνων,
κατέγνων». Τάχατες μᾶς ἐκμηδένισε
μὲ τὸ «κατέγνων» του, ὁ γελοιωδέστατος.

Τέτοιες ξυπνάδες ὅμως πέρασι δὲν ἔχουνε σ' ἐμᾶς
τοὺς Χριστιανούς. «Ἀνέγνως, ἀλλ' οὐκ ἔγνως· εἰ γὰρ ἔγνως,
οὐκ ἂν κατέγνως» ἀπαντήσαμεν ἀμέσως.




Ἕνας νέος, τῆς Τέχνης τοῦ Λόγου - στὸ 24ον ἔτος του

Ὅπως μπορεῖς πιὰ δούλεψε, μυαλό.-
Τὸν φθείρει αὐτὸν μιὰ ἀπόλαυσις μισή.
Εἶναι σὲ μιὰ κατάστασι ἐκνευριστική.
Φιλεῖ τὸ πρόσωπο τὸ ἀγαπημένο κάθε μέρα,
τὰ χέρια του εἶναι πάνω στὰ πιὸ ἐξαίσια μέλη.
Ποτέ του δὲν ἀγάπησε μὲ τόσο μέγα
πάθος. Μὰ λείπει ἡ ὡραία πραγμάτωσις
τοῦ ἔρωτος· λείπει ἡ πραγμάτωσις
ποὺ πρέπει νάναι κι ἀπ' τους δυὸ μ' ἔντασιν ἐπιθυμητή.

(Δὲν εἶν' ὁμοίως δοσμένοι στὴν ἀνώμαλη ἡδονὴ κ' οἱ δυό.
Μονάχ' αὐτὸν κυρίεψε ἀπολύτως).

Καὶ φθείρεται, καὶ νευρίασε ἐντελῶς.
Ἐξ ἄλλου εἶναι κι ἄεργος· κι αὐτὸ πολὺ συντείνει.
Κάτι μικρὰ χρηματικὰ ποσά
μὲ δυσκολία δανείζεται (σχεδόν
τὰ ζητιανεύει κάποτε) καὶ ψευτοσυντηρεῖται.
Φιλεῖ τὰ λατρεμένα χείλη· πάνω
στὸ ἐξαίσιο σῶμα - ποὺ ὅμως τώρα νοιώθει
πὼς στέργει μόνον - ἡδονίζεται.
Κ' ἔπειτα πίνει καὶ καπνίζει· πίνει καὶ καπνίζει·
καὶ σέρνεται στὰ καφενεῖα ὀλημερίς,
σέρνει μὲ ἀνία της ἐμορφιάς του τὸ μαράζι.-
Ὅπως μπορεῖς πιὰ δούλεψε, μυαλό.




Ἐν Σπάρτῃ

Δὲν ἤξερεν ὁ βασιλεὺς Κλεομένης, δὲν τολμοῦσε-
δὲν ἤξερε ἕναν τέτοιον λόγο πῶς νὰ πεῖ
πρὸς τὴν μητέρα του: ὅτι ἀπαιτοῦσε ὁ Πτολεμαῖος
γιὰ ἐγγύησιν τῆς συμφωνίας των ν' ἀποσταλεῖ κι αὐτή
εἰς Αἴγυπτον καὶ νὰ φυλάττεται·
λίαν ταπεινωτικόν, ἀνοίκειον πρᾶγμα.
Κι ὅλο ἤρχονταν γιὰ νὰ μιλήσει· κι ὅλο δίσταζε.
Κι ὅλο ἄρχιζε νὰ λέγει· κι ὅλο σταματοῦσε.

Μὰ ἡ ὑπέροχη γυναῖκα τὸν κατάλαβε
(εἶχεν ἀκούσει κιόλα κάτι διαδόσεις σχετικές),
καὶ τὸν ἐνθάρρυνε νὰ ἐξηγηθεῖ.
Καὶ γέλασε· κ' εἶπε βεβαίως πιαίνει.
Καὶ μάλιστα χαίρονταν ποὺ μποροῦσε νάναι
στὸ γῆρας της ὀφέλιμη στὴν Σπάρτη ἀκόμη.

Ὅσο γιὰ τὴν ταπείνωσι - μὰ ἀδιαφοροῦσε.
Τὸ φρόνημα τῆς Σπάρτης ἀσφαλῶς δὲν ἦταν ἱκανός
νὰ νοιώσει ἕνας Λαγίδης χθεσινός·
ὅθεν κ' ἡ ἀπαίτησίς του δὲν μποροῦσε
πραγματικῶς νὰ ταπεινώσει Δέσποιναν
Ἐπιφανῆ ὡς αὐτὴν· Σπαρτιάτου βασιλέως μητέρα.




Εἰκὼν εἰκοσιτριετοὺς νέου καμωμένη ἀπὸ φίλον του ὁμήλικα, ἐρασιτέχνην

Τελείωσε τὴν εἰκόνα χθὲς μεσημέρι. Τώρα
λεπτομερῶς τὴν βλέπει. Τὸν ἔκαμε μὲ γκρίζο
ροῦχο ξεκουμπωμένο, γκρίζο βαθὺ· χωρίς
γελέκι καὶ κραβάτα. Μ' ἕνα τριανταφυλλί
πουκάμισο· ἀνοιγμένο, γιὰ νὰ φανεῖ καὶ κάτι
ἀπὸ τὴν ἐμορφιὰ τοῦ στήθους, τοῦ λαιμοῦ.
Τὸ μέτωπο δεξιὰ ὁλόκληρο σχεδόν
σκεπάζουν τὰ μαλλιά του, τὰ ὡραῖα του μαλλιά
(ὡς εἶναι ἡ χτενισιὰ ποὺ προτιμᾶ ἐφέτος).
Ὑπάρχει ὁ τόνος πλήρως ὁ ἡδονιστικός
ποὺ θέλησε νὰ βάλει σὰν ἔκανε τὰ μάτια,
σὰν ἔκανε τὰ χείλη... Τὸ στόμα του, τὰ χείλη
ποὺ γιὰ ἐκπληρώσεις εἶναι ἐρωτισμοῦ ἐκλεκτοῦ.




Ἐν μεγάλη Ἑλληνικὴ ἀποικία, 200 π.Χ.

Ὅτι τὰ πράγματα δὲν βαίνουν κατ' εὐχὴν στὴν Ἀποικία
δὲν μέν' ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία,
καὶ μ' ὅλο ποὺ ὀπωσοὺν τραβούμ' ἐμπρός,
ἴσως, καθὼς νομίζουν οὐκ ὀλίγοι, νὰ ἔφθασε ὁ καιρός
νὰ φέρουμε Πολιτικὸ Ἀναμορφωτή.

Ὅμως τὸ πρόσκομμα κ' ἡ δυσκολία
εἶναι ποὺ κάμνουνε μιὰ ἱστορία
μεγάλη κάθε πρᾶγμα οἱ Ἀναμορφωταί
αὐτοί. (Εὐτύχημα θὰ ἦταν ἂν ποτέ
δὲν τοὺς χρειάζονταν κανείς). Γιὰ κάθε τι,
γιὰ τὸ παραμικρὸ ρωτοῦνε κ' ἐξετάζουν,
κ' εὐθὺς στὸν νοῦ τους ριζικὲς μεταρρυθμίσεις βάζουν,
μὲ τὴν ἀπαίτησι νὰ ἐκτελεσθοῦν ἄνευ ἀναβολῆς.

Ἔχουνε καὶ μιὰ κλίσι στὲς θυσίες.
Παραιτηθεῖτε ἀπὸ τὴν κτῆσιν σας ἐκείνη·
ἡ κατοχὴ σᾶς εἶν' ἐπισφαλής:
ἡ τέτοιες κτήσεις ἀκριβῶς βλάπτουν τὲς Ἀποικίες.
Παραιτηθεῖτε ἀπὸ τὴν πρόσοδον αὐτή,
κι ἀπὸ τὴν ἄλληνα τὴν συναφῆ,
κι ἀπὸ τὴν τρίτη τούτην: ὡς συνέπεια φυσική·
εἶναι μὲν οὐσιώδεις, ἀλλὰ τί νὰ γίνει;
σᾶς δημιουργοῦν μιὰ ἐπιβλαβῆ εὐθύνη.

Κι ὅσο στὸν ἔλεγχό τους προχωροῦνε,
βρίσκουν καὶ βρίσκουν περιττά, καὶ νὰ παυθοῦν ζητοῦνε·
πράγματα ποὺ ὅμως δύσκολα τὰ καταργεῖ κανείς.

Κι ὅταν, μὲ τὸ καλό, τελειώσουνε τὴν ἐργασία,
κι ὁρίσαντες καὶ περικόψαντες τὸ πᾶν λεπτομερῶς,
ἀπέλθουν, παίρνοντας καὶ τὴν δικαία μισθοδοσία,
νὰ δοῦμε τί ἀπομένει πιά, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-

Ἴσως δὲν ἔφθασεν ἀκόμη ὁ καιρός.
Νὰ μὴ βιαζόμεθα· εἶν' ἐπικίνδυνον πρᾶγμα ἡ βία.
Τὰ πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Ἔχει ἄτοπα πολλά, βεβαίως καὶ δυστυχῶς, ἡ Ἀποικία.
Ὅμως ὑπάρχει τί τὸ ἀνθρώπινον χωρὶς ἀτέλεια;
Καὶ τέλος πάντων, νά, τραβούμ' ἐμπρός.




Ἡγεμών ἐκ δυτικῆς Λιβύης

Ἄρεσε γενικῶς στὴν Ἀλεξάνδρεια,
τὲς δέκα μέρες ποὺ διέμεινεν αὐτοῦ,
ὁ ἡγεμὼν ἐκ Δυτικῆς Λιβύης
Ἀριστομένης, υἱὸς τοῦ Μενελάου.
Ὡς τ' ὄνομά του, κ' ἡ περιβολή, κοσμίως, ἑλληνική.
Δέχονταν εὐχαρίστως τὲς τιμές, ἀλλά
δὲν τὲς ἐπιζητοῦσεν· ἦταν μετριόφρων.
Ἀγόραζε βιβλία ἑλληνικά,
ἰδίως ἱστορικὰ καὶ φιλοσοφικά.
Πρὸ πάντων δὲ ἄνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθὺς στὲς σκέψεις, διεδίδετο,
κ' οἱ τέτοιοι τόχουν φυσικὸ νὰ μὴ μιλοῦν πολλά.

Μήτε βαθὺς στὲς σκέψεις ἦταν, μήτε τίποτε.
Ἕνας τυχαῖος, ἀστεῖος ἄνθρωπος.
Πῆρε ὄνομα ἑλληνικό, ντύθηκε σὰν τοὺς Ἕλληνας,
ἔμαθ' ἐπάνω, κάτω σὰν τοὺς Ἕλληνας νὰ φέρεται·
κ' ἔτρεμεν ἡ ψυχή του μὴ τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην ἐντύπωσι
μιλῶντας μὲ βαρβαρισμοὺς δεινοὺς τὰ ἑλληνικά,
κ' οἱ Ἀλεξανδρινοὶ τὸν πάρουν στὸ ψιλό,
ὡς εἶναι τὸ συνήθειο τους, οἱ ἀπαίσιοι.

Γι' αὐτὸ καὶ περιορίζονταν σὲ λίγες λέξεις,
προσέχοντας μὲ δέος τὲς κλίσεις καὶ τὴν προφορά·
κ' ἔπληττεν οὐκ ὀλίγον ἔχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.




Κίμων Λεάρχου, 22 ἐτῶν, σπουδαστὴς Ἑλληνικῶν γραμμάτων (ἐν Κυρήνῃ)

Τὸ τέλος μου ἐπῆλθε ὅτε ἤμουν εὐτυχής.
Ὁ Ἐρμοτέλης μὲ εἶχε ἀχώριστόν του φίλον.
Τὲς ὕστατές μου μέρες, μ' ὅλο ποὺ προσποιοῦνταν
πὼς δὲν ἀνησυχοῦσε, ἔνοιωνα ἐγὼ συχνά
τὰ μάτια του κλαμένα. Σὰν νόμιζε ποὺ λίγο
εἴχ' ἀποκοιμηθεῖ, ἔπεφτεν ὡς ἀλλόφρων
στῆς κλίνης μου τὸ ἄκρον. Ἄλλ' ἤμεθαν κ' οἱ δυό
νέοι μιᾶς ἡλικίας, εἴκοσι τριὼ ἐτῶν.
Προδότις εἶναι ἡ Μοῖρα. Ἴσως κανένα πάθος
ἄλλο τὸν Ἐρμοτέλη νάπαιρνεν ἀπὸ μένα.
Τελείωσα καλῶς· ἐν τῇ ἀμερίστῳ ἀγάπῃ.»-

Τὸ ἐπιτύμβιον τοῦτο Μαρύλου Ἀριστοδήμου
ἀποθανόντος πρὸ μηνὸς στὴν Ἀλεξάνδρεια,
ἔλαβα ἐγὼ πενθῶν, ὁ ἐξάδελφός του Κίμων.
Μὲ τὸ ἔστειλεν ὁ γράψας γνωστός μου ποιητής.
Μὲ τὸ ἔστειλ' ἐπειδὴ ἤξερε συγγενής
ὄτ' ἤμουν του Μαρύλου: δὲν ἤξερε ἄλλο τί.
Εἶν' ἡ ψυχή μου πλήρης λύπης γιὰ τὸν Μαρύλο.
Εἴχαμε μεγαλώσει μαζύ, σὰν ἀδελφοί.
Βαθυὰ μελαγχολῶ. Ὁ πρόωρος θάνατός του
κάθε μνησικακίαν μοῦ ἔσβυσ' ἐντελῶς...
κάθε μνησικακίαν γιὰ τὸν Μαρύλο - μ' ὅλο
ποὺ μὲ εἶχε κλέψει τὴν ἀγάπη του Ἐρμοτέλη,
ποὺ κι ἂν μὲ θέλει τώρα ὁ Ἐρμοτέλης πάλι
δὲν θάναι διόλου τὸ ἴδιο. Ξέρω τὸν χαρακτῆρα
τὸν εὐπαθῆ ποὺ ἔχω. Τὸ ἴνδαλμα τοῦ Μαρύλου
θάρχεται ἀνάμεσό μας, καὶ θὰ νομίζω πού
μὲ λέγει, Ἰδοὺ εἶσαι τώρα ἱκανοποιημένος.
Ἰδού τον ξαναπῆρες ὡς ἐποθοῦσες, Κίμων.
Ἰδοὺ δὲν ἔχεις πιὰ ἀφορμὴ νὰ μὲ διαβάλλεις.




Ἐν πορεία πρὸς τὴν Σινώπην

Ὁ Μιθριδάτης, ἔνδοξος καὶ κραταιός,
μεγάλων πόλεων ὁ κύριος,
κάτοχος ἰσχυρῶν στρατῶν καὶ στόλων,
πηγαίνοντας πρὸς τὴν Σινώπην πέρασε ἀπὸ δρόμον
ἐξοχικόν, πολὺ ἀπόκεντρον
ὅπου ἕνας μάντις εἶχε κατοικίαν.

Ἔστειλεν ἀξιωματικό του ὁ Μιθριδάτης
τὸν μάντι νὰ ρωτήσει πόσα θ' ἀποκτήσει ἀκόμη
στὸ μέλλον ἀγαθά, πόσες δυνάμεις ἄλλες.

Ἔστειλεν ἀξιωματικό του, καὶ μετά
πρὸς τὴν Σινώπην τὴν πορεία του ξακολούθησε.

Ὁ μάντις ἀποσύρθηκε σ' ἕνα δωμάτιο μυστικό.
Μετὰ περίπου μισὴν ὥρα βγῆκε
περίφροντις, κ' εἶπε στὸν ἀξιωματικό,
«Ἱκανοποιητικῶς δὲν μπόρεσα νὰ διευκρινίσω.
Κατάλληλη δὲν εἶν' ἡ μέρα σήμερα.
Κάτι σκιώδη πράγματα εἶδα. Δὲν κατάλαβα καλά.-
Μὰ ν' ἀρκεσθεῖ, φρονῶ, μὲ τόσα ποὺ ἔχει ὁ βασιλεύς.
Τὰ περισσότερα εἰς κινδύνους θὰ τὸν φέρουν.
Θυμήσου νὰ τὸν πεῖς αὐτό, ἀξιωματικέ:
μὲ τόσα ποὺ ἔχει, πρὸς θεοῦ, ν' ἀρκεῖται!
Ἡ τύχη ξαφνικὲς ἔχει μεταβολές.
Νὰ πεῖς στὸν βασιλέα Μιθριδάτη:
λίαν σπανίως βρίσκεται ὁ ἑταῖρος τοῦ προγόνου του
ὁ εὐγενής, ποὺ ἐγκαίρως μὲ τὴν λόγχην γράφει
στὸ χῶμα ἐπάνω τὸ σωτήριον Φεῦγε Μιθριδάτα».




Μέρες τοῦ 1909, '10, καί '11

Ἑνὸς τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικοῦ
(ἀπὸ νησὶ τοῦ Αἰγαίου Πελάγους) ἦταν υἱός.
Ἐργάζονταν σὲ σιδερᾶ. Παληόρουχα φοροῦσε.
Σχισμένα τὰ ποδήματά του τῆς δουλειᾶς κ' ἐλεεινά.
Τὰ χέρια του ἦσαν λερωμένα ἀπὸ σκουριὲς καὶ λάδια.

Τὸ βραδυνό, σὰν ἔκλειε τὸ μαγαζί,
ἂν ἦταν τίποτε νὰ ἐπιθυμεῖ πολύ,
καμιὰ κραβάτα κάπως ἀκριβῆ,
καμιὰ κραβάτα γιὰ τὴν Κυριακή,
ἢ σὲ βιτρίνα ἂν εἶχε δεῖ καὶ λαχταροῦσε
κανένα ὡραῖο πουκάμισο μαβί,
τὸ σῶμα του γιὰ ἕνα τάλληρο ἢ δυὸ πουλοῦσε.

Διερωτῶμαι ἂν στοὺς ἀρχαίους καιρούς
εἶχεν ἡ ἔνδοξη Ἀλεξάνδρεια νέον πιὸ περικαλλῆ,
πιὸ τέλειο ἀγόρι ἀπὸ αὐτόν - ποὺ πῆε χαμένος:
δὲν ἔγινε, ἐννοεῖται, ἄγαλμά του ἢ ζωγραφιά·
στὸ παληομάγαζο ἑνὸς σιδερᾶ ριχμένος,
γρῆγορ' ἀπ' τὴν ἐπίπονη δουλειά,
κι ἀπὸ λαϊκὴ κραιπάλη, ταλαιπωρημένη, εἶχε φθαρεῖ.




Μύρης· Ἀλεξάνδρεια τοῦ 340 μ.Χ.

Τὴν συμφορὰ ὅταν ἔμαθα, ποὺ ὁ Μύρης πέθανε,
πῆγα στὸ σπίτι του, μ'όλο ποὺ τὸ ἀποφεύγω
νὰ εἰσέρχομαι στῶν Χριστιανῶν τὰ σπίτια,
πρὸ πάντων ὅταν ἔχουν θλίψεις ἢ γιορτές.

Στάθηκα σὲ διάδρομο. Δὲν θέλησα
νὰ προχωρήσω πιὸ ἐντός, γιατί ἀντελήφθην
ποὺ οἱ συγγενεῖς τοῦ πεθαμένου μ' ἔβλεπαν
μὲ προφανῆ ἀπορίαν καὶ μὲ δυσαρέσκεια.

Τὸν εἴχανε σὲ μιὰ μεγάλη κάμαρη
ποὺ ἀπὸ τὴν ἄκρην ὅπου στάθηκα
εἶδα κομμάτι· ὅλο τάπητες πολύτιμοι,
καὶ σκεύη ἐξ ἀργύρου καὶ χρυσοῦ.

Στέκομουν κ' ἔκλαια σὲ μιὰ ἄκρη τοῦ διαδρόμου.
Καὶ σκέπτομουν ποὺ ἡ συγκεντρώσεις μᾶς κ' ἡ ἐκδρομές
χωρίς τον Μύρη δὲν θ' ἀξίζουν πιά·
καὶ σκέπτομουν ποὺ πιὰ δὲν θὰ τὸν δῶ
στὰ ὡραῖα κι ἄσεμνα ξενύχτια μας
νὰ χαίρεται, καὶ νὰ γελᾶ, καὶ ν' ἀπαγγέλλει στίχους
μὲ τὴν τελεία του αἴσθησι τοῦ ἑλληνικοῦ ρυθμοῦ·
καὶ σκέπτομουν ποὺ ἔχασα γιὰ πάντα
τὴν ἐμορφιά του, ποὺ ἔχασα γιὰ πάντα
τὸν νέον ποὺ λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλὰ μιλοῦσαν γιά
τὴν τελευταία μέρα ποὺ ἔζησε -
στὰ χείλη του διαρκῶς τ' ὄνομα τοῦ Χριστοῦ,
στὰ χέρια του βαστούσ' ἕναν σταυρό. -
Μπῆκαν κατόπι μὲς στὴν κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοὶ ἱερεῖς, κ' ἔλεγαν προσευχές
ἐνθέρμως καὶ δεήσεις στὸν Ἰησοῦν,
ἢ στὴν Μαρίαν (δὲν ξέρω τὴν θρησκεία του καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, ποὺ ὁ Μύρης ἦταν Χριστιανός.
Ἀπὸ τὴν πρώτην ὥρα τὸ γνωρίζαμε, ὅταν
πρόπερσι στὴν παρέα μας εἶχε μπεῖ.
Μὰ ζοῦσεν ἀπολύτως σὰν κ' ἐμᾶς.
Ἀπ' ὅλους μας πιὸ ἔκδοτος στὲς ἡδονές·
σκορπῶντας ἀφειδῶς τὸ χρῆμα του στὲς διασκεδάσεις.
Γιὰ τὴν ὑπόληψι τοῦ κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σὲ νύχτιες ρήξεις στὲς ὁδούς
ὅταν ἐτύχαινε ἡ παρέα μας
νὰ συναντήσει ἀντίθετη παρέα.
Ποτὲ γιὰ τὴν θρησκεία του δὲν μιλοῦσε.
Μάλιστα μιὰ φορὰ τὸν εἴπαμε
πὼς θὰ τὸν πάρουμε μαζύ μας στὸ Σεράπιον.
Ὅμως σὰν νὰ δυσαρεστήθηκε
μ' αὐτόν μας τὸν ἀστεϊσμό: θυμοῦμαι τώρα.
Α κι ἄλλες δυὸ φορὲς τώρα στὸν νοῦ μου ἔρχονται.
Ὅταν στὸν Ποσειδῶνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε ἀπ' τὸν κύκλο μας, κ' ἔστρεψε ἀλλοῦ τὸ βλέμμα.
Ὅταν ἐνθουσιασμένος ἕνας μας
εἶπεν, Ἡ συντροφιά μας νάναι ὑπό
τὴν εὔνοιαν καὶ τὴν προστασίαν τοῦ μεγάλου,
τοῦ πανωραίου Ἀπόλλωνος - ψιθύρισεν ὁ Μύρης
(οἱ ἄλλοι δὲν ἄκουσαν) «τῇ ἐξαιρέσει ἐμοῦ».

Οἱ Χριστιανοὶ ἱερεῖς μεγαλοφώνως
γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ νέου δέονταν. -
Παρατηροῦσα μὲ πόση ἐπιμέλεια,
καὶ μὲ τί προσοχὴν ἐντατική
στοὺς τύπους τῆς θρησκείας τους, ἑτοιμάζονταν
ὅλα γιὰ τὴν χριστιανικὴ κηδεία.
Κ' ἐξαίφνης μὲ κυρίευσε μιὰ ἀλλόκοτη
ἐντύπωσις. Ἀόριστα, αἰσθανόμουν
σὰν νάφευγεν ἀπὸ κοντά μου ὁ Μύρης·
αἰσθανόμουν ποὺ ἑνώθη, Χριστιανός,
μὲ τοὺς δικούς του, καὶ ποὺ γένομουν
ξένος ἐγώ, ξένος πολὺ· ἔνοιωθα κιόλα
μιὰ ἀμφιβολία νὰ μὲ σιμώνει: μήπως κ' εἶχα γελασθεῖ
ἀπὸ τὸ πάθος μου, καὶ πάντα τοῦ ἤμουν ξένος. -
Πετάχθηκα ἔξω ἀπ' τὸ φρικτό τους σπίτι,
ἔφυγα γρήγορα πρὶν ἁρπαχθεῖ, πρὶν ἀλλοιωθεῖ
ἀπ' τὴν χριστιανοσύνη τους ἡ θύμηση τοῦ Μύρη.




Ἀλέξανδρος Ἰανναῖος, καὶ Ἀλεξάνδρα

Ἐπιτυχεῖς καὶ πλήρως ἱκανοποιημένοι,
ὁ βασιλεὺς Ἀλέξανδρος Ἰανναῖος,
κ' ἡ σύζυγός του ἡ βασίλισσα Ἀλεξάνδρα
περνοῦν μὲ προπορευομένην μουσικήν
καὶ μὲ παντοίαν μεγαλοπρέπειαν καὶ χλιδήν,
περνοῦν ἀπ' τὲς ὁδοὺς τῆς Ἱερουσαλήμ.
Ἐτελεσφόρησε λαμπρῶς τὸ ἔργον
ποὺ ἄρχισαν ὁ μέγας Ἰούδας Μακκαβαῖος
κ' οἱ τέσσαρες περιώνυμοι ἀδελφοί του·
καὶ ποὺ μετὰ ἀνενδότως συνεχίσθη ἐν μέσῳ
πολλῶν κινδύνων καὶ πολλῶν δυσχερειῶν.
Τώρα δὲν ἔμεινε τίποτε τὸ ἀνοίκειον.
Ἔπαυσε κάθε ὑποταγὴ στοὺς ἀλαζόνας
μονάρχας τῆς Ἀντιοχείας. Ἰδού
ὁ βασιλεὺς Ἀλέξανδρος Ἰανναῖος,
κ' ἡ σύζυγός του ἡ βασίλισσα Ἀλεξάνδρα
καθ' ὅλα ἴσοι πρὸς τοὺς Σελευκίδας.
Ἰουδαῖοι καλοί, Ἰουδαῖοι ἁγνοί, Ἰουδαῖοι πιστοί - πρὸ πάντων.
Ἀλλά, καθὼς ποὺ τὸ ἀπαιτοῦν ἡ περιστάσεις,
καὶ τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς εἰδήμονες·
καὶ μ' Ἕλληνας καὶ μ' ἑλληνίζοντας
μονάρχας σχετισμένοι - πλὴν σὰν ἴσοι, καὶ ν' ἀκούεται.
Τωόντι ἐτελεσφόρησε λαμπρῶς,
ἐτελεσφόρησε περιφανῶς
τὸ ἔργον ποὺ ἄρχισαν ὁ μέγας Ἰούδας Μακκαβαῖος
κ' οἱ τέσσαρες περιώνυμοι ἀδελφοί του.




Ὡραία λουλούδια καὶ ἄσπρα ὡς ταίριαζαν πολύ

Μπῆκε στὸ καφενεῖο ὅπου ἐπήγαιναν μαζύ. -
Ὁ φίλος του ἐδῶ πρὸ τριὼ μηνῶν του εἶπε,
«Δὲν ἔχουμε πεντάρα. Δυὸ πάμπτωχα παιδιά
εἴμεθα - ξεπεσμένοι στὰ κέντρα τὰ φθηνά.
Σ' τὸ λέγω φανερά, μὲ σένα δὲν μπορῶ
νὰ περπατῶ. Ἕνας ἄλλος, μάθε το, μὲ ζητεῖ.»
Ὁ ἄλλος τοῦ εἶχε τάξει δυὸ φορεσιές, καὶ κάτι
μεταξωτὰ μαντήλια.- Γιὰ νὰ τὸν ξαναπάρει
ἐχάλασε τὸν κόσμο, καὶ βρῆκε εἴκοσι λίρες.
Ἦλθε ξανὰ μαζύ του γιὰ τὲς εἴκοσι λίρες·
μὰ καί, κοντὰ σ' αὐτές, γιὰ τὴν παληὰ φιλία,
γιὰ τὴν παληὰν ἀγάπη, γιὰ τὸ βαθὺ αἴσθημά των. -
Ὁ «ἄλλος» ἦταν ψεύτης, παληόπαιδο σωστό·
μιὰ φορεσιὰ μονάχα τοῦ εἶχε κάμει, καί
μὲ τὸ στανιὸ καὶ τούτην, μὲ χίλια παρακάλια.

Μὰ τώρα πιὰ δὲν θέλει μήτε τὲς φορεσιές,
καὶ μήτε διόλου τὰ μεταξωτὰ μαντήλια,
καὶ μήτε εἴκοσι λίρες, καὶ μήτε εἴκοσι γρόσια.

Τὴν Κυριακή τον θάψαν, στὲς δέκα τὸ πρωϊ.
Τὴν Κυριακή τον θάψαν: πάει ἑβδομὰς σχεδόν.

Στὴν πτωχική του κάσα τοῦ ἔβαλε λουλούδια,
ὡραῖα λουλούδια κι ἄσπρα ὡς ταίριαζαν πολύ
στὴν ἐμορφιά του καὶ στὰ εἴκοσι δυό του χρόνια.

Ὅταν τὸ βράδυ ἐπῆγεν - ἔτυχε μιὰ δουλειά,
μιὰ ἀνάγκη τοῦ ψωμιοῦ του - στὸ καφενεῖον ὅπου
ἐπήγαιναν μαζύ: μαχαίρι στὴν καρδιά του
τὸ μαῦρο καφενεῖο ὅπου ἐπήγαιναν μαζύ.




Ἄγε, ὦ βασιλεῦ Λακεδαιμονίων

Δὲν καταδέχονταν ἡ Κρατησίκλεια
ὁ κόσμος νὰ τὴν δεῖ νὰ κλαίει καὶ νὰ θρηνεῖ·
καὶ μεγαλοπρεπὴς ἐβάδιζε καὶ σιωπηλή.
Τίποτε δὲν ἀπόδειχνε ἡ ἀτάραχη μορφή της
ἀπ' τον καϋμὸ καὶ τὰ τυράννια της.
Μὰ ὅσο καὶ νάναι μιὰ στιγμὴ δὲν βάσταξε·
καὶ πρὶν στὸ ἄθλιο πλοῖο μπεῖ νὰ πάει στὴν Ἀλεξάνδρεια,
πῆρε τὸν υἱό της στὸν ναὸ τοῦ Ποσειδῶνος,
καὶ μόνοι σὰν βρεθήκαν τὸν ἀγκάλιασε
καὶ τὸν ἀσπάζονταν, «διαλγούντα», λέγει
ὁ Πλούταρχος, «καὶ συντεταραγμένον».
Ὅμως ὁ δυνατός της χαρακτὴρ ἐπάσχισε·
καὶ συνελθοῦσα ἡ θαυμασία γυναῖκα
εἶπε στὸν Κλεομένη «Ἄγε, ὦ βασιλεῦ
Λακεδαιμονίων, ὅπως, ἐπὰν ἔξω
γενώμεθα, μηδεὶς ἴδη δακρύοντας
ἡμᾶς μηδὲ ἀνάξιόν τὶ τῆς Σπάρτης
ποιοῦντας. Τοῦτο γὰρ ἐφ' ἡμῖν μόνον·
αἱ τύχαι δέ, ὅπως ἂν ὁ δαίμων διδῶ, πάρεισι.»

Καὶ μὲς στὸ πλοῖο μπῆκε, πηαίνοντας πρὸς τὸ «διδῶ».




Στὸν ἴδιο χῶρο

Οἰκίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
ποὺ βλέπω κι ὅπου περπατῶ· χρόνια καὶ χρόνια.

Σὲ δημιούργησα μὲς σὲ χαρὰ καὶ μὲς σὲ λῦπες:
μὲ τόσα περιστατικά, μὲ τόσα πράγματα.

Κ' αἰσθηματοποιήθηκες ὁλόκληρο, γιὰ μένα.




Ὁ καθρέπτης στὴν εἴσοδο

Τὸ πλούσιο σπίτι εἶχε στὴν εἴσοδο
ἕναν καθρέπτη μέγιστο, πολὺ παλαιό·
τοὐλάχιστον πρὸ ὀγδόντα ἐτῶν ἀγορασμένο.

Ἕνα ἐμορφότατο παιδί, ὑπάλληλος σὲ ράπτη
(τὲς Κυριακές, ἐρασιτέχνης ἀθλητής),
στέκονταν μ' ἕνα δέμα. Τὸ παρέδοσε
σὲ κάποιον τοῦ σπιτιοῦ, κι αὐτὸς τὸ πῆγε μέσα
νὰ φέρει τὴν ἀπόδειξι. Ὁ ὑπάλληλος τοῦ ράπτη
ἔμεινε μόνος, καὶ περίμενε.
Πλησίασε στὸν καθρέπτη καὶ κυττάζονταν
κ' ἔσιαζε την κραβάτα του. Μετὰ πέντε λεπτά
τοῦ φέραν τὴν ἀπόδειξι. Τὴν πῆρε κ' ἔφυγε.

Μὰ ὁ παλαιὸς καθρέπτης ποὺ εἶχε δεῖ καὶ δεῖ,
κατὰ τὴν ὕπαρξίν του τὴν πολυετῆ,
χιλιάδες πράγματα καὶ πρόσωπα·
μὰ ὁ παλαιὸς καθρέπτης τώρα χαίρονταν,
κ' ἐπαίρονταν ποὺ εἶχε δεχθεῖ ἐπάνω του
τὴν ἄρτιαν ἐμορφιὰ γιὰ μερικὰ λεπτά.




Ρωτοῦσε γιὰ τὴν ποιότητα

Ἀπ' τὸ γραφεῖον ὅπου εἶχε προσληφθεῖ
σὲ θέση ἀσήμαντη καὶ φθηνοπληρωμένη
(ὡς ὀκτὼ λίρες τὸ μηνιάτικό του: μὲ τὰ τυχερά)
βγῆκε σὰν τέλεψεν ἡ ἔρημη δουλειά
ποὺ ὅλο τὸ ἀπόγευμα ἦταν σκυμένος:
βγῆκεν ἡ ὥρα ἑπτά, καὶ περπατοῦσε ἀργά
καὶ χάζευε στὸν δρόμο.- Ἔμορφος·
κ' ἐνδιαφέρων: ἔτσι ποὺ ἔδειχνε φθασμένος
στὴν πλήρη του αἰσθησιακὴν ἀπόδοσι.
Τὰ εἴκοσι ἐννιά, τὸν περασμένο μῆνα τὰ εἶχε κλείσει.

Ἐχάζευε στὸν δρόμο, καὶ στὲς πτωχικές
παρόδους ποὺ ὁδηγοῦσαν πρὸς τὴν κατοικία του.

Περνῶντας ἐμπρὸς σ' ἕνα μαγαζὶ μικρό
ὅπου πουλιοῦνταν κάτι πράγματα
ψεύτικα καὶ φθηνὰ γιὰ ἐργατικούς,
εἴδ' ἐκεῖ μέσα ἕνα πρόσωπο, εἶδε μιὰ μορφή
ὅπου τὸν ἔσπρωξαν καὶ εἰσῆλθε, καὶ ζητοῦσε
τάχα νὰ δεῖ χρωματιστὰ μαντήλια.

Ρωτοῦσε γιὰ τὴν ποιότητα τῶν μαντηλιῶν
καὶ τί κοστίζουν· μὲ φωνὴ πνιγμένη,
σχεδὸν σβυσμένη ἀπ' τὴν ἐπιθυμία.
Κι ἀνάλογα ἦλθαν ἡ ἀπαντήσεις,
ἀφηρημένες, μὲ φωνὴ χαμηλωμένη,
μὲ ὑπολανθάνουσα συναίνεσι.

Ὅλο καὶ κάτι ἔλεγαν γιὰ τὴν πραγμάτεια - ἀλλά
μόνος σκοπός: τὰ χέρια των ν' ἀγγίζουν
ἐπάνω ἀπ' τὰ μαντήλια· νὰ πλησιάζουν
τὰ πρόσωπα, τὰ χείλη σὰν τυχαίως·
μιὰ στιγμιαῖα στὰ μέλη ἐπαφή.

Γρήγορα καὶ κρυφά, γιὰ νὰ μὴ νοιώσει
ὁ καταστηματάρχης ποὺ στὸ βάθος κάθονταν.




Ἄς φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδὸν ἀνέστιος καὶ πένης.
Αὐτὴ ἡ μοιραία πόλις, ἡ Ἀντιόχεια
ὅλα τὰ χρήματά μου τάφαγε:
αὐτὴ ἡ μοιραία μὲ τὸν δαπανηρό της βίο.

Ἀλλὰ εἶμαι νέος καὶ μὲ ὑγείαν ἀρίστην.
Κάτοχος τῆς ἑλληνικῆς θαυμάσιος
(ξέρω καὶ παραξέρω Ἀριστοτέλη, Πλάτωνα·
τί ρήτορας, τί ποιητάς, τί ὅ,τι κι ἂν πεῖς).
Ἀπὸ στρατιωτικὰ ἔχω μιὰν ἰδέα,
κ' ἔχω φιλίες μὲ ἀρχηγοὺς τῶν μισθοφόρων.
Εἶμαι μπασμένος κάμποσο καὶ στὰ διοικητικά.
Στὴν Ἀλεξάνδρεια ἔμεινα ἕξι μῆνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ' εἶναι τοῦτο χρήσιμον) τὰ ἐκεῖ:
τοῦ Κακεργέτη βλέψεις, καὶ παληανθρωπιές, καὶ τὰ λοιπά.

Ὅθεν φρονῶ πὼς εἶμαι στὰ γεμᾶτα
ἐνδεδειγμένος γιὰ νὰ ὑπηρετήσω αὐτὴν τὴν χώρα,
τὴν προσφιλῆ πατρίδα μου Συρία.

Σ' ὅ,τι δουλειὰ μὲ βάλουν θὰ πασχίσω
νὰ εἶμαι στὴν χώρα ὠφέλιμος. Αὐτὴ εἶν' ἡ πρόθεσίς μου.
Ἂν πάλι μ' ἐμποδίσουνε μὲ τὰ συστήματά τους -
τοὺς ξέρουμε τοὺς προκομένους: νὰ τὰ λέμε τώρα;
ἂν μ' ἐμποδίσουνε, τί φταίω ἐγώ.

Θ' ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν Ζαβίνα πρῶτα,
κι ἂν ὁ μωρὸς αὐτὸς δὲν μ' ἐκτιμήσει,
θὰ πάγω στὸν ἀντίπαλό του, τὸν Γρυπό.
Κι ἂν ὁ ἠλίθιος κι αὐτὸς δὲν μὲ προσλάβει,
πηγαίνω παρευθὺς στὸν Ὑρκανό.

Θὰ μὲ θελήσει πάντως ἕνας ἀπ' τους τρεῖς.

Κ' εἶν' ἡ συνείδησίς μου ἥσυχη
γιὰ τὸ ἀψήφιστο τῆς ἐκλογῆς.
Βλάπτουν κ' οἱ τρεῖς τους τὴν Συρία τὸ ἴδιο.

Ἀλλά, κατεστραμένος ἄνθρωπος, τί φταίω ἐγώ.
Ζητῶ ὁ ταλαίπωρος νὰ μπαλωθῶ.
Ἂς φρόντιζαν οἱ κραταιοὶ θεοί
νὰ δημιουργήσουν ἕναν τέταρτο καλό.
Μετὰ χαρᾶς θὰ πήγαινα μ' αὐτόν.




Κατά τὲς συνταγὲς ἀρχαίων Ἑλληνοσύρων μάγων

«Ποιό ἀπόσταγμα νὰ βρίσκεται ἀπὸ βότανα
γητεύματος», εἴπ' ἕνας αἰσθητῆς,
«ποιό ἀπόσταγμα κατὰ τὲς συνταγές
ἀρχαίων Ἑλληνοσύρων μάγων καμωμένο
ποὺ γιὰ μιὰ μέρα (ἂν περισσότερο
δὲν φθάν' ἡ δύναμίς του), ἢ καὶ γιὰ λίγην ὥρα
τὰ εἴκοσι τρία μου χρόνια νὰ μὲ φέρει
ξανὰ· τὸν φίλον μου στὰ εἴκοσι δυό του χρόνια
νὰ μὲ φέρει ξανά -- τὴν ἐμορφιά του, τὴν ἀγάπη του.

»Ποιό ἀπόσταγμα νὰ βρίσκεται κατὰ τὲς συνταγές
ἀρχαίων Ἑλληνοσύρων μάγων καμωμένο
πού, σύμφωνα μὲ τὴν ἀναδρομήν,
καὶ τὴν μικρή μας κάμαρη νὰ ἐπαναφέρει.»




Στὰ 200 π.Χ.

«Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων»-

Μποροῦμε κάλλιστα νὰ φαντασθοῦμε
πὼς θ' ἀδιαφόρησαν παντάπασι στὴν Σπάρτη
γιὰ τὴν ἐπιγραφὴν αὐτή. «Πλὴν Λακεδαιμονίων»,
μὰ φυσικά. Δὲν ἦσαν οἱ Σπαρτιᾶται
γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγοῦν καὶ γιὰ νὰ τοὺς προστάζουν
σὰν πολυτίμους ὑπηρέτας. Ἄλλωστε
μιὰ πανελλήνια ἐκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι' ἀρχηγό
δὲν θὰ τοὺς φαίνονταν πολλῆς περιωπῆς.
Α βεβαιότατα «πλὴν Λακεδαιμονίων».

Εἶναι κι αὐτὴ μιὰ στάσις. Νοιώθεται.

Ἔτσι, πλὴν Λακεδαιμονίων στὸν Γρανικό·
καὶ στὴν Ἰσσὸ μετὰ· καὶ στὴν τελειωτική
τὴν μάχη, ὅπου ἐσαρώθη ὁ φοβερὸς στρατός
ποὺ στ' Ἄρβηλα συγκέντρωσαν οἱ Πέρσαι:
ποὺ ἀπ' τ' Ἄρβηλα ξεκίνησε γιὰ νίκην, κ' ἐσαρώθη.

Κι ἀπ' τὴν θαυμάσια πανελλήνιαν ἐκστρατεία,
τὴν νικηφόρα, τὴν περίλαμπρη,
τὴν περιλάλητη, τὴν δοξασμένη
ὡς ἄλλη δὲν δοξάσθηκε καμιά,
τὴν ἀπαράμιλλη: βγήκαμ' ἐμεῖς·
ἑλληνικὸς καινούριος κόσμος, μέγας.

Ἐμεῖς· οἱ Ἀλεξανδρεῖς, οἱ Ἀντιοχεῖς,
οἱ Σελευκείς, κ' οἱ πολυάριθμοι
ἐπίλοιποι Ἕλληνες Αἰγύπτου καὶ Συρίας,
κ' οἱ ἐν Μηδίᾳ, κ' οἱ ἐν Περσίδι, κι ὅσοι ἄλλοι.
Μὲ τὲς ἐκτεταμένες ἐπικράτειες,
μὲ τὴν ποικίλη δρᾶσι τῶν στοχαστικῶν προσαρμογῶν.
Καὶ τὴν Κοινὴν Ἑλληνικὴ Λαλιά
ὡς μέσα στὴν Βακτριανή την πήγαμεν, ὡς τοὺς Ἰνδούς.

Γιὰ Λακεδαιμονίους νὰ μιλοῦμε τώρα!




Μέρες τοῦ 1908

Τὸν χρόνο ἐκεῖνον βρέθηκε χωρὶς δουλειά·
καὶ συνεπῶς ζοῦσεν ἀπ' τὰ χαρτιά,
ἀπὸ τὸ τάβλι, καὶ τὰ δανεικά.

Μιὰ θέσις, τριὼ λιρῶν τὸν μῆνα, σὲ μικρό
χαρτοπωλεῖον τοῦ εἶχε προσφερθεῖ.
Μὰ τὴν ἀρνήθηκε, χωρὶς κανένα δισταγμό.
Δὲν ἔκανε. Δὲν ἤτανε μισθὸς γι' αὐτόν,
νέον μὲ γράμματ' ἀρκετά, καὶ εἴκοσι πέντ' ἐτῶν.

Δυό, τρία σελίνια τὴν ἡμέρα κέρδιζε, δὲν κέρδιζε.
Ἀπὸ χαρτιὰ καὶ τάβλι τί νὰ βγάλει τὸ παιδί,
στὰ καφενεῖα τῆς σειρᾶς του, τὰ λαϊκά,
ὅσο κι ἂν ἔπαιζ' ἔξυπνα, ὅσο κι ἂν διάλεγε κουτούς.
Τὰ δανεικά, αὐτὰ δὰ ἦσαν κ' ἦσαν.
Σπάνια τὸ τάλληρο εὕρισκε, τὸ πιὸ συχνὰ μισό,
κάποτε ξέπεφτε καὶ στὸ σελίνι.

Καμιὰ ἑβδομάδα, ἐνίοτε πιὸ πολύ,
σὰν γλύτωνεν ἀπ' τὸ φρικτὸ ξενύχτι,
δροσίζονταν στὰ μπάνια, στὸ κολύμβι τὸ πρωϊ.

Τὰ ροῦχα του εἶχαν ἕνα χάλι τρομερό.
Μιὰ φορεσιὰ τὴν ἴδια πάντοτ' ἔβαζε, μιὰ φορεσιά
πολὺ ξεθωριασμένη κανελιά.

Ἅ μέρες τοῦ καλοκαιριοῦ του ἐννιακόσια ὀκτώ,
ἀπ' τὸ εἴδωμά σας, καλαισθητικά,
ἔλειψ' ἡ κανελιὰ ξεθωριασμένη φορεσιά.

Τὸ εἴδωμά σας τὸν ἐφύλαξε
ὅταν ποὺ τάβγαζε, ποὺ τάριχνε ἀπὸ πάνω του,
τ' ἀνάξια ροῦχα, καὶ τὰ μπαλωμένα ἐσώρουχα.
Κ' ἔμενε ὁλόγυμνος· ἄψογα ὡραῖος· ἕνα θαῦμα.
Ἀχτένιστα, ἀνασηκωμένα τὰ μαλλιά του·
τὰ μέλη του ἡλιοκαμένα λίγο
ἀπὸ τὴν γύμνια του πρωϊοῦ στὰ μπάνια, καὶ στὴν παραλία.




Εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀντιοχείας

Σαστίσαμε στὴν Ἀντιόχειαν ὅταν μάθαμε
τὰ νέα καμώματα τοῦ Ἰουλιανοῦ.

Ὁ Ἀπόλλων ἐξηγήθηκε μὲ λόγου του, στὴν Δάφνη!
Χρησμὸ δὲν ἤθελε νὰ δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπὸ δὲν τόχε νὰ μιλήσει μαντικῶς, ἂν πρῶτα
δὲν καθαρίζονταν τὸ ἐν Δάφνῃ τέμενός του.
Τὸν ἐνοχλοῦσαν, δήλωσεν, οἱ γειτονεύοντες νεκροί.

Στὴν Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.-
Ἕνας ἀπ' τοὺς ἐκεῖ ἐνταφιασμένους
ἦταν ὁ θαυμαστός, τῆς ἐκκλησίας μας δόξα,
ὁ ἅγιος, ὁ καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Αὐτὸν αἰνίττονταν, αὐτὸν φοβοῦνταν ὁ ψευτοθεός.
Ὅσο τὸν ἔνοιωθε κοντὰ δὲν κόταε
νὰ βγάλει τοὺς χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τοὺς τρέμουνε τοὺς μάρτυράς μας οἱ ψευτοθεοί).

Ἀνασκουμπώθηκεν ὁ ἀνόσιος Ἰουλιανός,
νεύριασε καὶ ξεφώνιζε: «Σηκῶστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τὸν τοῦτον τον Βαβύλα ἀμέσως.
Ἀκοῦς ἐκεῖ; Ὁ Ἀπόλλων ἐνοχλεῖται.
Σηκῶστε τον, ἁρπάξτε τον εὐθύς.
Ξεθάψτε τον, πᾶρτε τον ὅπου θέτε.
Βγάλτε τον, διῶξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ὁ Ἀπόλλων εἶπε νὰ καθαρισθεῖ τὸ τέμενος.»

Τὸ πήραμε, τὸ πήγαμε τὸ ἅγιο λείψανον ἀλλοῦ·
τὸ πήραμε, τὸ πήγαμε ἐν ἀγάπῃ κ' ἐν τιμῇ.

Κι ὡραῖα τωόντι πρόκοψε τὸ τέμενος.
Δὲν ἄργησε καθόλου, καὶ φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μιὰ φοβερὴ φωτιά:
καὶ κάηκε καὶ τὸ τέμενος κι ὁ Ἀπόλλων.

Στάχτη τὸ εἴδωλο· γιὰ σάρωμα, μὲ τὰ σκουπίδια.

Ἔσκασε ὁ Ἰουλιανὸς καὶ διέδοσε -
τί ἄλλο θὰ ἔκαμνε - πὼς ἡ φωτιὰ ἦταν βαλτή
ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς ἐμᾶς. Ἂς πάει νὰ λέει.
Δὲν ἀποδείχθηκε· ἂς πάει νὰ λέει.
Τὸ οὐσιῶδες εἶναι ποὺ ἔσκασε.


Τὰ Ἀνέκδοτα (1877-1923)

[More happy thou, performing Member]

More happy thou, performing Member,
Who hast not need of wit's keen temper;
Thou standst on every side possessed
Of what Parnassus boasts as best.
On thy right sits, chief in wisdom's college,
Profound experience crowned with knowledge.
And further on, historic lore,
With erudition's ample store.
Third on thy right, imagination
Holds by no means a humble station.
But in thy front a dazzling light
Obscures your wavering mortal sight.
How shall I praise this man so blessed
Above the poor lot of the rest?
Diplomacy, Religion, Art,
Of Letters also every part,
Find in his penetrating eye,
Judgement which no man dares belie.
No one stands with him on a par,
Except of wits the transcendant star,
To whose seat, on thy left hand side,
My duteous hommage I shall guide.
The tide of wit for ever flows
From his high throne. Now beliquose,
Fiery; now laughing and jocose.
And as men always persecute
True worth when joined to mind acute,
Against him anger is directed
When aught of wrong has been detected;
And all inspired by exasparation
Shout for a speedy situation.
Then, sole amid the increasing noise,
His wit to fruitful ends employs -
Silences every accusing voice
By proofs that none denies.-

Be happy, Foreman, with thy station
Which offers wit and information
For every question and occasion.
Have always thy untiring sight
On thy left and on thy right;
Study each conduct and be taught
From every word and every thought,
What to believe & what to say -
When to say "yes" & when to say "nay",
What to eat and what to drink,
What on everything to think,
How to dress and how to talk,
How to sleep and how to walk,
For every human thing is brought
To perfection, and is taught
In this Pancosmium of Thought.-




Leaving Therapia

Good-bye to Therapia & joys of the hotel -
Good dinners that make you exultingly swell,
Good beds that refresh you from the toil of the day
Fine sights near which you'd wish ever to stay -
To all these good things the time is well nigh
I must bid a Good-Bye!

However Calikioy's opposite shore
I must hail tho' by far more simple & poor:
But they say what is simple is good at the heart
And where goodness is we may well spare art:
So at humble Calikioy let us not rail
But bid it All Hail!




Darkness and Shadows

a transcription from the French of C. F. C.

Through smiling meadows ripening into gold
And flowers engendered in new life and beauty
I wandered lithlessly. On every side
The hand beneficient of labour ruled;
And everywhere the people well content
With Nature's gifts prolific, nothing more
Desired, nor tempted Sorrow with the search
For things unprofitable, vain, obscure.
In harmony and the celestial peace of love
They lived: and thriving reaped the fruits of toil.
They knew not envy, hatred nor despair;
Nor chained their minds to the dull misery
Of discontent, distrust and little faith.
Mercy and virtue, strength and hope were theirs;
Their minds in splendour shone alike the Sun.

Behold however darkness seized the earth.
Darkness interminable, awful night,
And opaque shadows veiled the light of day.
Deep night like that which lay upon the seas
In the beginning of the World and Time;
Deep night that tamed the wild beasts of the field
Dismally wailing in the convert woods;
Deep night confounding into one all hues;
Deep night and endless driving men to madness,
Making them blind and sorrowful to death.

And thereupon the multitudes began
In lamentations to reproach the Lord
With his injustice, speaking in this wise:
"Almighty, thou art good and merciful;
Almighty, we have seen and known thy love;
Almighty, we do know thee to be just.
Shew us, o Father, wherein lies our sin
That we may chastise our iniquities!
An evil hour hath meted out to us
The direct of calamities: our babes
Are borne into the world in darkness, blind.
Thou hast deprived us of the fairest gift
In thy Creation. With the breath of life
Thy love awarded us the light of day;
But life in darkness is akin to death:
And death we pray Thee grant us if the light
Hath faded from the world for evermore!"-

It came to pass that God attended them,
And thus to the celestial Chorus spake:
"Of what doth man complain? and whence these tears?
He hath found favour in mine eyes. Behold
I have awarded him the joys of Heaven,
And cleansed his soul of its impurities.
The shadows that erewhile his mind obscured
Have I expelled and driven otherwhere."

But Michael mindful of man's happiness
Spake answering: "Thy mercy's great, O Lord;
The shadows that erewhile man's mind obscured
Hast Thou expelled and driven otherwhere.
But lo! so numerous were these, that now
They veil the Sun, and their obscurity
Hath wrapt the world in deep and endless night."

The Father of all Goodness, at these words,
Smiled, and his Spirit bade upon the earth
Descend. Forthwith a voice like thunder spake:

"Your vices and your sins were numberless,
Your hearts were hardened in iniquity,
Your minds darkened.- These evils were ye spared;
For I have chased the shadows, cleansed your souls.
But lo! so numerous were they, that now
They veil the Sun & their obscurity
Hath wrapt the world in deep and endless night."-

Together cried the multitudes, one voice:
"Almighty, thou art good and merciful.
Restore our minds to darkness, but vouchsafe
The essence of our life, the light of day!"-

And the Spirit answered: "Be it as ye will.
Behold, no longer is the Sun obscured."-

Once more the stars shone in the firmament,
The earth and deep lay bathed in luminence,
The mind of man in night's obscurity!-




Ἄν μ' Ἠγάπας

Ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ

Ἂν τοῦ βίου μου τὸ σκότος
φαεινὴ ἔρωτος ἀκτίς
διεθέρμαινεν, ὁ πρῶτος
τῆς ἀλγούσης μου ψυχῆς
ὁ παλμὸς ἤθελεν ἦτο ραψωδία εὐτυχής.
Δὲν τολμῶ νὰ ψιθυρίσω
ὅ,τι ἤθελον σὲ εἰπεῖ:
πὼς χωρὶς ἐσὲ νὰ ζήσω
μοὶ εἶναι ἀφόρητος ποινή -
ἂν μ' ἠγάπας... πλήν, φεῦ, τοῦτο εἶν' ἐλπὶς ἀπατηλή!

Ἂν μ' ἠγάπας, τῶν δακρύων
ἤθελον τὸ τέρμα ἰδεῖ·
καὶ τῶν πόνων τῶν κρυφίων.
Οἱ δὲ πλάνοι δισταγμοί
δὲν θὰ ἐτόλμων πλέον νὰ δείξουν τὴν δολίαν των μορφή.
Ἐν τῷ μέσῳ ὁραμάτων
θείων ἦθελ' εὑρεθεῖς.
Ρόδα θαλερὰ τὴν βάτον
θὰ ἐκόσμων τῆς ζωῆς -
ἂν μ' ἠγάπας... πλήν, φεῦ, τοῦτο εἶν' ἀπατηλὴ ἐλπίς!




Πρὸς τὰς Κυρίας

Sigh no more, ladies, sigh no more
Men were deceivers ever, etc. etc.
SHAKESPEARE

Κυρίαι μὴ εἰς στεναγμούς
περνᾶτε τὸν καιρόν·
δόλιον εἶναι σμῆνος τὸ γένος τῶν ἀνδρῶν.
Ἐπὶ τῆς γῆς ὁ εἰς τῶν ποῦς,
κι' ὁ ἄλλος στὸ νερόν,
ἐπιμονὴν δὲν δείχνουν εἰς ἔργον ἢ σκοπόν.
Μὴ στενάζετε, λοιπόν,
μὴ πενθῆτε διὰ λεπτόν,
ἵνα εὐτυχισμέναι ἧσθε ζήσετε μακρὰν αὐτῶν!

Μὴ πλέον, θλιβερὰ φωνή,
τῶν πενθηρὼν ὠδῶν
ψάλλετε τὰ παράπονα στὰ ὦτα τῶν κωφῶν·
ἡ πλάνη των διαγωγή
εἶναι ἀρχαῖον κακόν
ὡσὰν τὸ πρῶτον θέρος 'ποὺ ἐφάνη ἀνθηρόν.
Μὴ στενάζετε, λοιπόν,
μὴ πενθῆτε διὰ λεπτόν
ἵνα εὐτυχισμέναι ἧσθε ζήσετε μακρὰν αὐτῶν!




Ὁ Βεϊζαδὲς πρὸς τὴν Ἐρωμένην του

Σ' ἀγαπῶ... τί δὲ ἂν ἦσαι κόρη ταπεινοῦ ψαρᾶ
μὴ τά 'μάτια σου διὰ τοῦτο εἶναι ἧττον λαμπερά,
μὴ τὸ χέρι σου δὲν εἶναι ἀπ' τὸ γάλα πιὸ λευκόν,
καὶ τὸ σῶμα σου χαρίτων ἔμπλεον ἐρωτικῶν;
Γένος, ὄνομα, τὰ πάντα λησμονῶ ὁλοτελῶς,
εἶμαι δοῦλος σου ἐμπροστά σου, τοῦ ἡγεμόνος ὁ υἱός!

Σ' ἀγαπῶ... καὶ σὰν σὲ βλέπω στὰ τσαϊρια τ' ἀνθηρά
μὲ τ' ἀγόρια τοῦ χωριοῦ σου νὰ χωρεύης ζωηρά,
τὰ ζηλεύω, καὶ τὴν τύχην τὴν σκληρὰν μοῦ θρηνωδώ
ὅπου δοῦλος σου νὰ ἦμαι διὰ πάντα δέν 'μπορῶ.
Μεταξύ μας ἔχ' ἡ μοῖρα στήσει φοβερὸν φραγμόν:
γενεᾶς ἀδησωπήτους διερμηνέων καὶ αὐθεντῶν!




[Dunya Guzeli]

Τὸ κάτοπτρον δὲν μ' ἀπατᾶ, εἶν' ἀληθὴς ἡ θέα,
δὲν εἶναι ἄλλη ὡς ἐμὲ ἐπὶ τῆς γῆς ὡραῖα.
Οἱ ὀφθαλμοί μου στίλβοντας ἀδάμαντας ὁμοιάζουν,
τοῦ κοραλίου τὴν χροιὰν τὰ χείλη μου πλησιάζουν,
δύο σειραὶ μαργαριτῶν τὸ στώμα μοῦ στολίζουν.
Τὸ σῶμα μοῦ εἶν' εὔχαρι, τὸ πόδι μου φημίζουν,
χεῖρες, λαιμὸς κατάλευκοι, κόμη μεταξωτή...
πλήν, φεῦ, τί ὀφελεί;

Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ μισητοῦ κλεισμένη χαρεμίου,
ποῖος τὸ κάλλος μου ὁρᾶ ἐπὶ τῆς ὑφηλίου;
Μόνον ἀντίζηλοι ἐχθραὶ φαρμακευμένον βλέμμα
μὲ ρίπτουν, ἢ ἀπαίσιοι εὐνοῦχοι, καὶ τὸ αἷμα
παγώνει εἰς τὰς φλέβας μοῦ ὄτ' ἔρχεται κοντά μου
ὁ ἀπεχθής μου σύζυγος. Προφῆτα, δέσποτά μου,
σύγγνωθι τὴν καρδίαν μοῦ ἀλγούσ' ἂν ἐκφωνῇ,
Ἂς ἤμην Χριστιανή!

Ἂν ἐγεννόμην Χριστιανὴ θὰ ἤμην ἐλευθέρα
εἰς πάντας νὰ δεικνύομαι καὶ νύκτωρ κ' ἐν ἡμέρᾳ·
καὶ ἄνδρες μετὰ θαυμασμοῦ, γυναῖκες μετὰ φθόνου
θὰ ὁμολόγουν, βλέποντες τὸ κάλλος μου, ἐκ συμφώνου, -
Ὅτι ἡ φύσις ὡς ἐμὲ ἄλλην δὲν θὰ παράξει.
Ὀσάκις θὰ διέβαινα ἐν ἀνοικτῇ ἀμάξῃ
θὰ ἐπληροῦντο τῆς Σταμποὺλ μὲ πλῆθος αἱ ὁδοί
ἵνα καθεὶς μὲ ἰδῇ.




Ὅταν, φίλοι μου, ἀγαποῦσα...

Ὅταν, φίλοι μου, ἀγαποῦσα -
εἶναι πρὸ πολλῶν ἐτῶν -
στὴν ἰδίαν γῆ δὲν ζοῦσα
μετὰ τῶν λοιπῶν θνητῶν.

Λυρικὴν τὴν φαντασίαν
εἶχον, κι' ἂν ἀπατηλήν,
μ' ἐχορήγει εὐτυχίαν
ὅμως ζῶσαν καὶ θερμήν.

Σ' ὅ,τι ἔβλεπε τό 'μάτι
πλούσιαν ἔδιδε θωρηά·
τῆς ἀγάπης μου παλάτι
μοὶ ἐφαίνετο ἡ φωληά.

Καὶ τὸ τσίτινο φουστάνι
ἐφοροῦσε τὸ φθηνό,
σᾶς ὀμνύω μοὶ ἐφάνη
κατ' ἀρχὰς μεταξωτό.

Τῆς ἐστόλιζαν τὰ χέρια
δυὸ βραχιόλια φτωχικά·
δι' ἐμένα τζοβαέρια
ἤσανε ἀρχοντικά.

Στὸ κεφάλι μαζεμένα
ἄνθη ἐφόρει ἀπ' τὸ βουνό -
ποιά ἀνθοδέσμη δι' ἐμένα
εἶχε τέτοιον στολισμό;

Ὁμαλούς τους περιπάτους
πάντα βρίσκαμε μαζύ,
καὶ ἢ δὲν εἶχε τότε βάττους,
ἢ τὰς ἔκρυπτεν ἡ γῆ.

Δὲν μὲ πείθει νῦν τὸ πνεῦμα
τῶν ρητόρων καὶ σοφῶν,
ὅσον ἐν ἐκείνης νεῦμα,
κατ' ἐκεῖνον τὸν καιρόν.

Ὅταν, φίλοι μου, ἀγαποῦσα -
εἶναι πρὸ πολλῶν ἐτῶν -
στὴν ἰδίαν γῆ δὲν ζοῦσα
μετὰ τῶν λοιπῶν θνητῶν.




Τὸ Νιχώρι

Ξένε σάν 'δῇς ἕνα χωριὸ ὅπου γελάει ἡ φύσις,
κ' εἰς κάθε πλάτανο κοντὰ ποὺ κρύπτεται μιὰ κόρη
ὡραῖα σὰν τὸ τριαντάφυλλο - ἐκεῖ νὰ σταματήσης·
ἔφθασες, ξένε, στὸ Νιχώρι.

Κι' ὅταν τὸ βράδυ ἔλθη, ἂν βγῇς ἔξω νὰ περπατήσης
καὶ βρῇς ἐμπρὸς σοῦ καρυδιαίς, στὸν δρόμο μὴ προχώρει
τοῦ ταξειδιοῦ σου πιά. Ἀλλοῦ ποιόν τόπο θὰ ζητήσης
καλλείτερον ἀπ' τὸ Νιχώρι.

Τέτοια δροσιὰ δὲν ἔχουνε ἀλλοῦ στὸν κόσμο ἡ βρύσεις,
τῶν λόφων του τὴν ἀρχοντιὰ ἀλλοῦ δὲν ἔχουν ὄρη·
καὶ μὲ τῆς γῆς τὴν μυρωδιὰ μονάχα θὰ μεθύ[σης,]
ὀλίγο ἂν μείνης στὸ Νιχώρι.

Τὴν πρασινάδα ποὺ θά 'δῇς ἐκεῖ νὰ μὴν ἐλπίσης
ποὺ σ' ἄλλο μέρος θὰ τὴν βρῇς. Ἀπ' τὸ βουνὸ θεώρει
τοὺς κάμπους κάτω καὶ εἰπὲ πὼς νὰ μὴν ἀγαπήσης
αὐτό μας τὸ μικρὸ Νιχώρι.

Πὼς ἀγαπῶ ὑπερβολαῖς, ὦ ξένε, μὴ νομίσης.
Ὑπάρχουν τόποι εὔφοροι πολλοὶ καὶ καρποφόροι.
Πλὴν ἔχουν κάτι χωριστὸ καὶ σὺ θὰ ὁμολογήσης,
καρποὶ καὶ ἄνθη στὸ Νιχώρι.

Ἐὰν στῆς Κουμαριώτισσας τῆς Παναγίας θελήσης
τὴν ἐκκλησία νὰ μπὴς μ' ἐμέ, φανατικὸς συγχώρει
ἂν ἤμ' ἐκεῖ. Ἄλλην θαρρῶ χάριν ἡ παρακλήσεις
ἔχουνε στὸ πιστὸ Νιχώρι.

Ἂν δὲ νὰ μείνης δέν 'μπορεῖς, πρίν, ξένε, ἀναχωρήσεις
πρέπει νὰ πᾶς μιὰ Κυριακὴ στὴν σκάλα στοῦ Γρηγόρη·
εἰρήνη, νειάτα, καὶ χαρὰ θά 'δῇς, καὶ θὰ ἐννοήσης
τί εἶναι αὐτό μας τὸ Νιχώρι.




Ἀλληλουχία κατὰ τὸν Βωδελαῖρον

Τ' ἀρώματα μ' ἐμπνέουν ὡς ἡ μουσική,
ὡς ὁ ρυθμός, ὡς οἱ ὡραῖοι λόγοι,
καὶ τέρπομαι ὀπόταν ἐν ἁρμονικοῖς
στίχοις ὁ Βωδελαῖρος ἑρμηνεύει
ὅσα ἀποροῦσα ἡ ψυχὴ καὶ ἀσαφῶς
αἰσθάνετ' ἐν ἀγόνοις συγκινήσεσιν.

«Εἶναι ναὸς ἡ Φύσις ὅπου ζωνταναί
στῆλαι συγκεχυμένας λέξεις κάποτε
ἐκφέρουσιν. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ περνᾶ
μέσῳ πυκνῶν δασῶν συμβόλων, ἅτινα
μὲ βλέμματα οἰκεῖα τὸν παρατηροῦν.

»Ὡς παρατεταμμέναι σμίγουσιν ἠχοί
ἀπὸ μακρὰν ἐν μιὰ ἑνώσει ζοφερά,
ἐν μιὰ ἑνώσει ὡς τὸ σκότος ἀχανεῖ
καὶ ὡς τὸ φῶς, οὕτω ἀνταποκρίνονται
τὰ χρώματα, οἱ φθόγγοι, καὶ τ' ἀρώματα.

»Ὑπάρχουν εὐωδίαι ὡς τὸ δέρμα των
παιδίων δροσεραὶ· γλυκεῖαι ὡς αὐλοί·
πράσιναι ὡς λειμῶνες.

»Ἄλλαι πλούσιαι
εἶναι, διεφθαρμέναι, θριαμβευτικαί·
ὁρμὰς τοῦ πνεύματος καὶ τῶν αἰσθήσεων
ὑμνοῦσαι· τὴν διάχυσιν κατέχουσαι
πραγμάτων ἀπεράντων - ὡς ἡ ἄμβαρις,
ὁ μόσχος, καὶ ὁ στύραξ, καὶ τὸ λίβανον.»

Μὴ μόνον ὅσα βλέπετε πιστεύετε.

Τῶν ποιητῶν τὸ βλέμμα εἶν' ὀξύτερον.

Οἰκεῖος κῆπος εἶν' ἡ φύσις δι' αὐτούς.

Ἐν παραδείσῳ σκοτεινῷ οἱ ἄνθρωποι
οἱ ἄλλοι ψηλαφῶσι δρόμον χαλεπόν.
Κ' ἡ μόνη λάμψις ἥτις κάποτ' ὡς σπινθήρ
ἐφήμερος φωτίζει τῆς πορείας των
τὴν νύκτα, εἶναι σύντομός τις αἴσθησις
μαγνητικῆς τυχαίας γειτνιάσεως -
βραχεῖα νοσταλγία, ρῖγος μιᾶς στιγμῆς,
ὄνειρον ὥρας τῆς ἀνατολῆς, χαρά
ἀναίτιός τις αἰφνιδίως ρέουσα
ἐν τῇ καρδίᾳ κ' αἰφνιδίως φεύγουσα.




[Ἡ Κόρη του Μενκερά]

...............................................................................
μίαν ἡμέραν τῆς νεκρᾶς, τὸ φάσμα μιᾶς ἡμέρα[ς.]
Τὶς ἦτον ὁ ἀπάνθρωπος δὲν λέγ' ἡ ἱστορία.
Τῆς Ραμανάκτι ὁ φονεὺς τὶς ἦτο δὲν γνωρίζω.

Πέρσης σατράπης βλοσυρὸς δοῦλον λαὸν ὑβρίζων
ὡς ἀνακούφησιν τινὰ κ' ἐκδίκησιν δι' ὅσα
ὑβρίζεται ὁ ἴδιος παρὰ ἰσχυροτέρων ·
ἢ Ἕλλην ὑπερήφανος μὴ βλέπων ἐν τῷ κόσμῳ
ἄλλο ἢ τὴν Ἑλλάδα του, καὶ τῆς πτωχῆς βαρβάρου
παραμελῶν τὸ τρυφερὸν αἴσθημα καὶ τοῦ ἁγνοῦ της β[ίου]
τὸν τελευταῖον πόθον τὸν ἁγνόν.




«Nous n'osons plus chanter les roses»

Ἐγὼ φοβούμενος τὰ τετριμμένα
πολλούς μου λόγους ἀποσιωπῶ.
Ἐν τῇ καρδίᾳ μου εἶναι γραμμένα
πολλὰ ποιήματα· καὶ τὰ θαμμένα
ἐκεῖνα ἄσματά μου ἁγ[απ]ώ.

Ω πρώτη, [ἁγ]νή, μόνη [ἐλευθε]ρία
τῆς ἥβης πρὸς τὴν ἠδο[νήν...]!
Ω μέθη τῶν αἰσθήσεων γλ[υκειά]!
Τὰς θείας σας μορφὰς κοινο[τοπία]
φοβοῦμαι μὴ ὑβρίση ποτα[πή.]




Ἰνδικὴ Εἰκῶν

Ἡ οἰκουμένη τέσσαρας ἔχει μεγάλας πύλας
ἂς τέσσαρες φυλάττουν ἄγγελοι.
Ἡ μία εἶναι ὁ Βορρᾶς· ὁ Νότος ἀντικρύ της·
κ' αἱ ἄλλαι Δύσις καὶ Ἀνατολή.

Ἡ πύλη τῆς Ἀνατολῆς εἶν' ἐκ λαμπροῦ μαργάρου·
καὶ πρὸ αὐτῆς ἄγγελος φαεινός
στέμμ' ἀδαμάντινον φορεῖ καὶ ζώνην ἀδαμάντων
κ' ἐπὶ ἐδάφους ἴστατ' ἀχατῶν.

Ἐξ ἀμεθύστου πορφυροῦ τοῦ Νότου εἶν' ἡ πύλη.
Ὁ ἄγγελός της ὁ φρουρὸς κρατεῖ
σκῆπτρον εἰς χεῖρας μαγικὸν ἐκ σκοτεινοῦ σαπφείρου.
Νεφέλη ἐκ καλάϊδος πυκνή
κρύπτει τοὺς πόδας του.

Ἐπὶ μιᾶς ὄχθης σκεπασμένης
μὲ κόκκινα κογχύλια λεπτά
ὁ ἄγγελος τῆς Δύσεως ἵσταται καὶ φυλάττει
πύλην ἐκ κοραλλίου τιμαλφοῦς.
Στέφανον ρόδων τεχνητῶν φορεῖ, κάθε δὲ ρόδον
συνίστατ' ἐκ λυχνίτου καθαροῦ.

Εἶναι ἡ πύλη τοῦ Βορρᾶ ἀπὸ χρυσὸν κτισμένη,
καὶ θρόνον ἔχει πρὸς τὴν εἴσοδον.




Πελασγικὴ Εἰκών

Τῆς γῆς τὰ σπλάχνα κατοικεῖ Γίγας πανάρχαιος.
Εἶναι τριάκοντα αἱ χεῖρες του
κ' οἱ πόδες του τριάκοντα. Ὁ μέγας τράχηλός του
τριάκοντα στηρίζει κεφαλάς
κ' ἑκάστη ἔχει ὀφθαλμοὺς εἴκοσιν ὀξυτάτους,
δι ους ἡμέρα εἶναι φωτερά
ὁ ζόφος ὁ βαθύτατος τῆς γῆς της βαθυτάτης.
Εἶναι ἀργός, εἶν' ἀδιάφορος.
Ἔχει ἀπείρους θησαυροὺς· μεγάλα μεταλλεῖα
ἀργύρου, ἀδαμάντων καὶ χρυσοῦ.
Τὸν πλοῦτον τὸν ἐξαίσιον, τὸν περιττὸν τὸν πλοῦτον
μὲ τοὺς ἑξακοσίους ὀφθαλμούς
βλέπει ψυχρῶς, κάποτε δέ, ἵνα ἐνασχολήση
κανένα του αἰῶνα, τὸν μετρᾶ.
Κ' ἔπειτα τὸν βαρύνεται, χασμᾶται δύο ἔτη,
καὶ κουρασθεὶς ἀποκοιμίζεται.
Ὁ ὕπνος του διέρχεται αἰῶνας ὁλοκλήρους·
πᾶν ὄνειρόν του, μία γενεά.
Ἄλλ' αἴφνης ἀφυπνίζεται ἔντρομος. Ἐφιάλτης -
τῆς ἀδεσπότου ὕλης γέννημα -
ἐτάραξε τὸν ὕπνον του, ἐν τῷ θολῷ καθρέπτη
τῶν ἀπαθῶν καὶ κρύων του φρενῶν
ἀντανακλῶν φαντάσματα ἄγνωστα καὶ φρικιώδη.
Τότε τὰ μέλη τὰ πελώρια
ἁπλώνει καὶ μ' ἑξήκοντα βραχίωνας καὶ πόδας
κτυπᾶ τὸν θόλον του, λακτεί. Κ' ἡ γῆ
κλονίζετ' ἐκ τῶν βάθρων της· αἱ πόλεις καταπίπτουν,
καὶ ὅλοι πλημμυροῦν οἱ ποταμοί,
καὶ ρέουν ἀπὸ τὰ βουνὰ ὡς κύματα αἱ φλόγες.
Ἀνοιγοκλείεται τὸ ἔδαφος
κ' οἱ ἄνθρωποι κατρακυλοῦν καὶ θάπτονται ἐντός του.
Ὅμως ὀγρήγορα συνέρχεται
ὁ γίγας, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς τους παμμεγέθεις τρίβων
καταλαμβάνει ὅτι μάταιος
ἦτο τοσοῦτος θόρυβος καὶ ταραχὴ τοσαύτη
διὰ ὀνείρου ποταπὴν σκιάν.
Γελᾶ μὲ τὴν δειλίαν του καὶ τὸν πολύν του τρόμον
κ' ἐκ νέου ἐξαπλοῦται ἤρεμος
καὶ τὰ τριάκοντά του στόματα χαμογελοῦν.




Τὸ Μετέπειτα

Πιστεύω τὸ Μετέπειτα. Δὲν μὲ πλανοῦν ὀρέξεις
τῆς ὕλης ἢ τοῦ θετικοῦ ἀγάπη. Δὲν εἶν' ἕξις
ἄλλ' ἔνστικτον. Θὰ προστεθῇ ἡ οὐρανία λέξις

εἰς τῆς ζωῆς τὴν ἀτελῆ την ἄλλως ἄνουν φράσιν.
Ἀνάπαυσις καὶ ἀμοιβὴ θέλουν δεχθῇ τὴν δρᾶσιν.
Ὅτε διὰ παντὸς κλεισθῇ τὸ βλέμμα εἰς τὴν Πλάσιν

θὰ ἀνοιχθῇ ὁ ὀφθαλμὸς ἐνώπιον τοῦ Πλάστου.
Κῦμα ἀθάνατον ζωῆς θὰ ρεύση ἐξ ἑκάστου
Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ - ζωῆς ἀδιασπάστου.




Οἱ Μιμίαμβοι τοῦ Ἡρώδου

Ἐπὶ αἰῶνας μένοντες κρυμμένοι
ἐντὸς τοῦ σκότους Αἰγυπτίας γῆς
μέσῳ τοιαύτης ἀπελπιστικῆς σιγῆς
ἔπληττον οἱ μιμίαμβ' οἱ χαριτωμένοι·

ἀλλὰ ἐπέρασαν ἐκείν' οἱ χρόνοι,
ἔφθασαν ἀπὸ τὸν Βορρᾶ σοφοί
ἄνδρες, καὶ τῶν ἰάμβων ἔπαυσ' ἡ ταφή
κ' ἡ λήθη. Οἱ εὐτράπελοί των τόνοι

μᾶς ἐπανέφεραν τὰς εὐθυμίας
ἑλληνικῶν ὁδῶν καὶ ἀγορῶν·
κ' ἐμβαίνομεν μαζύ των εἰς τὸν ζωηρόν
βίον μιᾶς περιέργου κοινωνίας.-

Μᾶς ἀπαντᾶ εὐθὺς πονηροτάτη
μεσήτρια ποὺ σύζηγον πιστήν
ζητεῖ νὰ διαφθείρη! Πλὴν τὴν ἀρετήν
γνωρίζει ἡ Μητρίχη νὰ φυλάττη.

Ἄλλον κατόπιν βλέπωμεν ἀχρεῖον
ὅστις κατάστημά τι συντηρεῖ
καὶ ἄνδρα Φρύγα ἐμμανὼς κατηγορεῖ
ὡς βλάψαντα τό - παρθεναγωγεῖον.

Δύο πολύλογοι, κομψαὶ κυρίαι
ἐπίσκεψιν εἰς τὸν Ἀσκληπιόν
κάμνουν· φαιδρύνουν δὲ μεγάλως τὸν ναόν
αἱ νοστιμώταταί των ὁμιλίαι.

Εἰς μέγα ἐργοστάσιον σκυττέως
ἐμβαίνομεν μὲ τὴν καλὴν Μητρώ.
Ὡραῖα πράγματα ἐδῶ κείντ' ἐν σωρῷ
ἐδῶ εὐρίσκετ' ὁ συρμὸς ὁ τελευταῖος.

Πλὴν πόσα ἔλλειψαν ἐκ τῶν παπύρων·
πόσον συχνὰ τῶν μιαρῶν σηρὼν βορά
ἔγινεν ἴαμβος λεπτὸς καὶ εἴρων!
Ὁ ἀτυχὴς Ἡρώδης, καμωμένος
διὰ τὰ σκώμματα καὶ διὰ τὰ φαιδρά,
τί σοβαρὰ μᾶς ἦλθε πληγωμένος!




Κυανοῖ Ὀφθαλμοί

Διὰ τὴν περιφρόνησιν οἱ ζωηροὶ φωστῆρες
δὲν ἔγιναν αὐτοί, ὡραία Κιρκασσία.
Οὐχὶ ὀργῆς, ἀλλὰς χαρᾶς καὶ ἔρωτος λαμπτῆρες,
τῆς εὐφροσύνης ἀφειδεῖς δοτῆρες,
τῆς ἡδονῆς ὑπόσχεσις γλυκεῖα.

Πρὸς πεῖσμα ἂν ἐγένοντο καρδίας ἐρωτύλου,
καὶ πρὸς καταστροφήν·
ἂν εἰς τὴν γῆν ἐστάλλησαν ὑπὸ θεοῦ ὀργίλου·
ἀλλοίαν τὴν μορφήν

θὰ εἶχον, καὶ ὁ ἤπιος τῶν οὐρανίων θόλος
δὲν ἔδιδε ποσῶς τὸ τρυφερόν του χρῶμα,
ὁ εὐεργέτης ἥλιος δὲν ἔστεργεν οὐδόλως
νὰ τοῖς δοθῇ ἡ φλὸξ ἡ φωτοβόλος
ἀπὸ τὸ πύρινον, ἐρόν του σῶμα.




[Οἱ Τέσσαρες Τοῖχοι τῆς Κάμαράς μου]

...........................................................
Τὸ ξέρω ποῦναι ὅλα φτωχικά,
καὶ ποὺ τοὺς ἔπρεπαν στολίδια ἄλλα
τοὺς φίλους μου, πλέον ἀρχοντικά
καὶ περισσότερα, καὶ πιὸ μεγάλα.

Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ λόγια τί θά 'ποῦν;
Ἔχουν οἱ τοῖχοι μου πιὸ καλοὺς τρόπους·
καὶ γιὰ τὰ δῶρα μου δὲν μ' ἀγαποῦν.
Ἐκεῖνοι δὲν ὁμοιάζουν τοὺς ἀνθρώπους.

Ἔπειτα ξέρουν μόνο μιὰ στιγμή
πὼς θὰ κρατήσουνε τὰ πράγματά μου
κ' ἐμένα. Ἡ χαραῖς μοῦ κ' οἱ καϋμοί
καὶ κάθε τι ποὺ ἔχω ἐδῶ χάμου

γρήγορα θὰ περάσουν. Οἱ γεροί
τοῖχοι γιὰ τέτοια δώρ' ἀδιαφοροῦνε.
Εἶναι μακρόβιοι κι ἀπ' τὴν μικρή
ζωή μου τίποτε δὲν ἀπαιτοῦνε.




Ἔμπορος Ἀλεξανδρεύς

Ἐπώλησ' ἀκριβὰ κριθάριον σαπρόν.
Αὐτὴ ἡ Ρώμη εἶναι τὸ βασίλειον
τῆς καλοπληρωμῆς. Κ' ἔφθασ' Ἀπρίλιον:
φεύγω Ἀπρίλιον. Δὲν ἔχασα καιρόν.

Κάπως τὸ πέλαγος μὲ φαῖνετ' ὀχληρόν·
μεγάλα νέφη σκέπουσι τὸν ἥλιον.
Πλὴν τί; Πᾶς βράχος δι' ἐμὲ κογχύλιον,
πᾶς πόντος ὅμοιος πρὸς ὁμαλὸν ἀγρόν.

Πνεύματα δὲν φοβούμ' ἀέρος πλάγια.
Γελῶ μὲ τρικυμίας καὶ ναυάγια.
Ἡ Ἀλεξάνδρεια ἡ εὐρυάγυια

σῶον θὰ μὲ δεχθῇ... Αἵ, φίλοι, προσοχή!
Μακρὰν τοῦ πίθου! Τὶς αὐθάδης εὐωχεί!
Μετὰ τὸν πλοῦν διψᾶ Σάμιον ἡ ψυχή.




Λαγίδου Φιλοξενία

Ὁ Πτολεμαῖος Φιλοπάτωρ ἐστιά
βασιλικῶς τον Μέδονα τὸν σοφιστήν -
τῶν ψυχικῶν δυνάμεων ἐρευνητήν.
Ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τῷ ξένῳ γαυριά.

Ἄλλοτ' ὁ σοφιστὴς ἐν τῇ φθοροποιά
Ρώμη πτωχὸς εἰς μέγαν ἐξουσιαστήν
προσέφερε τὸ ἔργον του. Ὁ δὲ· «Αὐτήν
λάβε την μνὰν καὶ ἄγε. Λῆρος μ' ἀνιά.»

«Ω ὕβρις, ὕβρις! Μελετῶν τὸ ἄπειρον
ἐχάραξα πᾶν αἴσθημα διάπυρον
πᾶσαν μου τὴν καρδίαν εἰς τὸν πάπυρον

»τοῦτον...» Ἀλλὰ οἰκτείρων τὸν δικτάτορα,
διέκοψε τὰ ἔπη τα διάτορα.-
Τίμα τον Πτολεμαῖον Φιλοπάτωρα.




Ἐν τῷ Κοιμητηρίῳ

Ὅταν ἡ μνήμη εἰς τὸ κοιμητήριον
τὰ βήματά σου διευθύνει,
μ' εὐλάβειαν τὸ ἱερὸν μυστήριον
τοῦ σκοτεινοῦ μας μέλλοντος προσκύνει.
Τὸν νοῦν σου ὕψου πρὸς τὸν Κύριον.
Πρό σου
τῶν ἀπεράντων ὕπνων ἡ στενοτάτη κλίνη
κεῖται ὑπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Ἰησοῦ.

Ἡ προσφιλὴς θρησκεία μας τα μνήματα
τὸν θάνατον ἡμῶν σεμνύνει.
Τῶν ἐθνικῶν τὰ δῶρα καὶ τὰ θύματα
καὶ τὰς πομπὰς δὲν ἀγαπᾶ ἐκείνη.
Χωρὶς ἀνόητ' ἀναθήματα
χρυσοῦ,
τῶν ἀπεράντων ὕπνων ἡ στενοτάτη κλίνη
κεῖται ὑπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Ἰησοῦ.




Πριάμου Νυκτοπορία

Ἄλγος ἐν τῇ Ἰλίῳ κ' οἰμωγή.
Ἡ γῆ
τῆς Τροῖας ἐν ἀπελπισμῷ πικρῷ καὶ δέει
τὸν μέγαν Ἕκτορα τὸν Πριαμίδην κλαίει.

Ὁ θρῆνος βοερός, βαρὺς ἠχεῖ.
Ψυχή
δὲν μένει ἐν τῇ Τροίᾳ μὴ πενθοῦσα,
τοῦ Ἕκτορος τὴν μνήμην ἀμελοῦσα.

Ἄλλ' εἶναι μάταιος, ἀνωφελής
πολύς
θρῆνος ἐν πόλει ταλαιπωρημένη·
ἡ δυσμενὴς κωφεύει εἱμαρμένη.

Τ' ἀνωφελῆ ὁ Πρίαμος μισῶν,
χρυσόν
ἐξάγει ἐκ τοῦ θησαυροῦ· προσθέτει
λέβητας, τάπητας, καὶ χλαίνας· κ' ἔτι

χιτῶνας, τρίποδας, πέπλων σωρόν
λαμπρόν,
καὶ ὅ,τι ἄλλο πρόσφορον εἰκάζει,
κ' ἐπὶ τοῦ ἅρματός του τὰ στοιβάζει.

Θέλει μὲ λύτρα ἀπὸ τὸν τρομερόν
ἐχθρόν
τοῦ τέκνου του τὸ σῶμα ν' ἀνακτήση,
καὶ μὲ σεπτὴν κηδείαν νὰ τιμήση.

Φεύγει ἐν τῇ νυκτὶ τὴ σιγηλή.
Λαλεῖ
ὀλίγα. Μόνην σκέψιν τώρα ἔχει
ταχύ, ταχὺ τὸ ἅρμα του νὰ τρέχη.

Ἐκτείνεται ὁ δρόμος ζοφερός.
Οἰκτρῶς
ὁ ἄνεμος ὀδύρεται κ' οἰμώζει.
Κόραξ ἀπαίσιος μακρόθεν κρώζει.

Ἐδῶ, κυνὸς ἀκοῦετ' ὑλακή·
ἐκεῖ,
ὡς ψίθυρος λαγὼς περνᾶ ταχύπους.
Ὁ βασιλεὺς κεντᾶ, κεντᾶ τοὺς ἵππους.

Τῆς πεδιάδος ἐξυπνοὺν σκιαί
λαιαί,
καὶ ἀποροῦν πρὸς τί ἐν τόσῃ βίᾳ
πετᾶ ὁ Δαρδανίδης πρὸς τὰ πλοῖα

Ἀργείων φονικῶν, καὶ Ἀχαιῶν
σκαιῶν.
Ἀλλὰ ὁ βασιλεὺς αὐτὰ δὲν τὰ προσέχει·
φθάνει τὸ ἅρμα του ταχύ, ταχὺ νὰ τρέχει.




Ἐπιτάφιον

Ξένε, παρὰ τὸν Γάγγην κεῖμαι Σάμιος
ἀνήρ. Ἐπὶ τῆς τρισβαρβάρου ταύτης γῆς
ἔζησα βίον ἄλγους, μόχθου, κ' οἰμωγῆς.
Ὁ τάφος οὗτος ὁ παραποτάμιος

κλείει δεινὰ πολλά. Πόθος ἀκήρατος
χρυσοῦ εἰς ἐμπορίας μ' ὤθησ' ἐναγεῖς.
Εἰς ἰνδικὴν ἀκτὴν μ' ἔρριψ' ἡ καταιγίς
καὶ δοῦλος ἐπωλήθην. Μέχρι γήρατος

κατεκοπίασα, εἰργάσθην ἀπνευστί -
φωνῆς ἑλλάδος στερηθεῖς, καὶ τῶν ὀχθῶν
μακρὰν τῆς Σάμου. Ὅθεν νῦν οὐδὲν φρικτόν

πάσχω, κ' εἰς ἅδην δὲν πορεύομαι πενθῶν.
Ἐκεῖ θὰ εἶμαι μετὰ τῶν συμπολιτῶν.
Καὶ τοῦ λοιποῦ θὰ ὁμιλῶ ἑλληνιστί.




Θεατής Δυσαρεστημένος

«Ἀπέρχομαι, ἀπέρχομαι. Μὴ κράτει με.
Τῆς ἀηδίας καὶ ἀνίας εἶμαι θῦμα.».
«Πλὴν μείν' ὀλίγον χάριν τοῦ Μενάνδρου. Κρῖμα
τόσον νὰ στερηθῇς». «Ὑβρίζεις, ἄτιμε.

»Μένανδρος εἶναι ταῦτα τα λογίδια,
ἄξεστοι στίχοι καὶ παιδιαριῶδες ρῆμα;
Ἄφες ν' ἀπέλθω τοῦ θεάτρου παραχρῆμα
καὶ λυτρωθεὶς νὰ στρέψω εἰς τὰ ἴδια.

»Τῆς Ρώμης ὁ ἀὴρ σ' ἔφθειρεν ἐντελῶς.
Ἀντὶ νὰ κατακρίνης ἐπαινεῖς δειλῶς
κ' ἐπευφημεῖς τὸν βάρβαρον - πῶς λέγεται;

»Γαβρέντιος, Τερέντιος; ὅστις ἁπλῶς
διὰ Λατίνων ἀτελλάνας ὤν καλός,
τὴν δόξαν τοῦ Μενάνδρου μας ὀρέγεται».




Ὅποιος Ἀπέτυχε

Ὅποιος ἀπέτυχε, ὅποιος ξεπέσει
τί δύσκολο νὰ μάθη τῆς πενίας
τὴν νέα γλῶσσα καὶ τοὺς νέους τρόπους.

Εἰς τ' ἄθλια ξένα σπίτια πῶς θὰ πάη! -
μὲ τί καρδιὰ θὰ περπατεὶ στὸν δρόμο
κι ὅταν στὴν πόρτα ἐμπρὸς βρεθεῖ ποὺ θάβρει
τὴν δύναμι ν' ἀγγίξει τὸ κουδούνι.
Γιὰ τοῦ ψωμιοῦ τὴν ποταπὴν ἀνάγκη
καὶ γιὰ τὴν στέγη, πῶς θὰ εὐχαριστήση!
Πῶς θ' ἀντικρύση ταῖς ματιαὶς ταῖς κρύαις
ποὺ θὰ τὸν δείχνουνε ποὺ εἶναι βάρος!
Τὰ χείλη τὰ ὑπερήφανα πῶς τώρα
θ' ἀρχίσουν νὰ ὁμιλοῦνε ταπεινά·
καὶ τὸ ὑψηλὸ κεφάλι πῶς θὰ σκύψη!
Τὰ λόγια πῶς θ' ἀκούση ποὺ ξεσκίζουν
τ' αὐτιὰ μὲ κάθε λέξι - κ' ἐν τοσούτῳ
πρέπει νὰ κάμνης σὰν νὰ μὴν τὰ νοιώθης
σὰν νάσαι ἁπλοῦς καὶ δὲν καταλαμβάνεις.




Τὸ Πιόνι

Πολλάκις βλέποντας νὰ παίζουν σκάκι
ἀκολουθεῖ τὸ μάτι μου ἕνα Πιόνι
ὁποὺ σιγά, σιγὰ τὸν δρόμο βρίσκει
καὶ στὴν ὑστερινὴ γραμμὴ προφθαίνει.
Μὲ τέτοια προθυμία πάει στὴν ἄκρη
ὁποὺ θαρρεῖς πὼς βέβαια ἐδῶ θ' ἀρχίσουν
ἡ ἀπολαύσεις τοῦ κ' ἡ ἀμοιβές του.
Πολλαῖς στὸν δρόμο κακουχίαις βρίσκει.
Λόγχαις λοξὰ τὸ ρίχνουν πεζοδρόμοι·
τὰ κάστρα τὸ χτυποῦν μὲ ταῖς πλατειαίς των
γραμμαῖς· μέσα στὰ δυὸ τετράγωνά των
γρήγοροι καβαλλάρηδες γυρεύουν
μὲ δόλο νὰ τὸ κάμουν νὰ σκαλώση·
κ' ἐδῶ κ' ἐκεῖ μὲ γωνιακὴ φοβέρα
μπαίνει στὸν δρόμο του κανένα πιόνι
ἀπ' τὸ στρατόπεδο τοῦ ἐχθροῦ σταλμένο.

Ἀλλὰ γλυτώνει ἀπ' τοὺς κινδύνους ὅλους
καὶ στὴν ὑστερινὴ γραμμὴ προφθαίνει.

Τί θριαμβευτικὰ ποὺ ἐδῶ προφθαίνει,
στὴν φοβερὴ γραμμὴ τὴν τελευταία·
τί πρόθυμα στὸν θάνατό του ἀγγίζει!

Γιατί ἐδῶ τὸ Πιόνι θὰ πεθάνη
κ' ἦσαν οἱ κόποι του πρὸς τούτο μόνο.
Γιὰ τὴν βασίλισσα, ποὺ θὰ μᾶς σώση,
γιὰ νὰ τὴν ἀναστήση ἀπὸ τὸν τάφο
ἦλθε νὰ πέση στοῦ σκακιοῦ τὸν ἅδη.




Τρόμος

Τὴν νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου,
τὸν νοῦ καὶ τὴν ψυχή μου φύλαττέ μου
σὰν γύρω μου ἀρχινοῦν καὶ περπατοῦνε
Ὄντα καὶ Πράγματα ποὺ ὄνομα δὲν ἔχουν
καὶ τ' ἄσαρκα ποδάρια των στὴν κάμαρή μου τρέχουν
καὶ κάμνουν στὸ κρεββάτι μου κύκλο γιὰ νὰ μὲ διοῦνε -
καὶ μὲ κυττάζουν σὰν νὰ μὲ γνωρίζουν
σὰν νὰ καγχάζουν ἄφωνα ποὺ τώρα μὲ φοβίζουν.

Τὸ ξέρω, ναί, μὲ καρτεροῦνε
σὰν βδελυροὺς καιροὺς νὰ μελετοῦνε
ὀπόταν ἴσως σέρνομουν μαζύ των - μὲς στὸ σκότος
μὲ τὰ ὄντα καὶ τὰ πράγματα αὐτὰ ἀνακατευμένος.
Κι ἀποφρενιάζουν ὁ καιρὸς νὰ ξαναρθὴ ὁ πρῶτος.
Μὰ δὲν θὰ νάρθη πιὰ ποτὲ· γιατί εἶμαι ἐγὼ σωμένος,
εἰς τοῦ Χριστοῦ τ' ὄνομα βαπτισμένος.

Τρέμω σὰν αἰσθανθῶ τὸ βράδυ
σὰν νοιώσω ποὺ μὲς στὸ βαθὺ σκοτάδι
ἐπάνω μοῦ εἶναι μάτια καρφωμένα...
Κρύψε μὲ ἀπὸ τὴν ὅρασί των Δέσποτά μου.

Καὶ σὰν μιλοῦν ἢ τρίζουνε, μὴ ἀφίσεις ὡς τ' αὐτιά μου
κανέν' ἀπὸ τὰ λόγια των ναρθή τα ἀφορεσμένα,
μὴν τύχη καὶ μὲς στὴν ψυχή μου φέρουν
καμμιὰ φρικώδη ἀνάμνησι ἀπ' τὰ κρυφὰ ποὺ ξέρουν.




Στὸ Σπίτι τῆς Ψυχῆς

Plus au fond, tout au fond, dans la Maison de l' Ame,
Ou vont et viennent et s' asseoient autour d' un feu,
Les Passions avec leurs visages de femme.

RODENBACH

Μέσα στὸ Σπίτι τῆς Ψυχῆς γυρίζουνε τὰ Πάθη -
ὡραῖες γυναῖκες στὰ μεταξωτά
ντυμένες, καὶ μὲ σάπφειρους εἰς τὸ κεφάλι.
Ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ ἕως μέσα εἰς τὰ βάθη
ὁρίζουνε τὲς αἴθουσες ὅλες. Στὴν πιὸ μεγάλη -
τὲς νύχτες ποὺ τὸ αἷμα των ζεστάθη -
χορεύουνε καὶ πίνουνε μὲ τὰ μαλλιὰ λυτά.

Ἔξω ἀπ' τὲς αἴθουσες χλωμὲς καὶ κακοεντυμένες
μὲ φορεσιὲς ἑνὸς παληοῦ καιροῦ,
ἡ Ἀρετὲς γυρίζουν καὶ μὲ πίκρα ἀκοῦνε
τὴν ἑορτὴ ποὺ κάμνουνε ἡ ἑταῖρες μεθυσμένες.
Στῶν παραθύρων τα ὑαλιὰ τὰ πρόσωπα κολνοῦνε
καὶ βλέπουν σιωπηλές, συλλογισμένες,
τὰ φῶτα, τὰ διαμαντικά, καὶ τ' ἄνθη τοῦ χοροῦ.




[Βροχή]

....................................
ἔχει λιγνὰ δυὸ δένδρα
μικρὸ ἕνα περιβόλι·
καὶ κάμνει ἐκεῖ τῆς ἐξοχῆς
μιὰ παρωδία τὸ νερό -
μπαίνοντας σὲ κλονάρια
ὁποὺ δὲν ἔχουν μυστικά·
ποτίζοντας ταῖς ρίζαις
ποὺ ἔχουν ἀσθενικὸ χυμό·
τρέχοντας εἰς τὸ φύλλωμα
ποὺ μὲ κλωσταὶς δεμένο
πεζὸ καὶ μελαγχολικό
κρεμνὰ στὰ παραθύρια·
καὶ πλένωντας καχεκτικά
φυτὰ ποὺ μὲς σὲ γλάστραις
τάστησ' ἀράδα, ἀράδα
μιὰ φρόνιμη νοικοκυρά.
Βροχή, ποὺ τὰ μικρὰ παιδιά
κυττάζουνε χαρούμενα
μέσ' ἀπὸ κάμαρη ζεστή,
κι' ὅσο πληθαίνει τὸ νερό
καὶ πέφτει πιὸ μεγάλα
χτυποῦν τὰ χέρια καὶ πηδοῦν.
Βροχή, ποὺ ἀκοῦν οἱ γέροι
μὲ σκυθρωπὴν ὑπομονή,
μὲ βαρεμὸ κι' ἀνία·
γιατί ἐκεῖνοι ἀπὸ ἔνστικτον
δὲν ἀγαποῦνε διόλου
βρεμμένο χῶμα καὶ σκιαῖς.
Βροχή, βροχή - ἐξακολουθεῖ
πάντα ραγδαῖα νὰ βρέχη.
Μὰ τώρα πιὰ δὲν βλέπω.
Θόλωσ' ἀπ' τὰ πολλὰ νερά
τοῦ παραθύρου τὸ ὑαλί.
Στὴν ἐπιφάνειά του
τρέχουν, γλιστροῦν, κι' ἁπλώνονται
κι' ἀναιβοκαταιβαίνουν
ρανίδες σκορπισμέναις
καὶ κάθε μιὰ λεκιάζει
καὶ κάθε μιὰ θαμπώνει.
Καὶ μόλις πλέον φαίνεται
θωλά, θωλὰ ὁ δρόμος
καὶ μὲς σὲ πάχνη νερουλή
τὰ σπίτια καὶ τ' ἁμάξια.




[La Jeunesse Blanche]

Ἡ φιλτάτη, ἡ ἄσπρη μας νεότης,
α ἡ ἄσπρη μας, ἡ κάτασπρη νεότης,
ποὺ εἶν' ἀπέραντη, κ' εἶναι πολὺ ὀλίγη,
σὰν ἀρχαγγέλου ἄνω μας πτερὰ ἀνοίγει!...
Ὅλο ἐξαντλεῖται, ὅλο ἀγαπάει·
καὶ λυώνει καὶ λειγοθυμὰ εἰς τοὺς ὁρίζοντας τοὺς ἄσπρους.
Α πάει ἐκεῖ καὶ χάνεται εἰς τοὺς ὁρίζοντας τοὺς ἄσπρους,
γιὰ πάντα πάει.

Γιὰ πάντα, ὄχι. Θὰ ξαναγυρίση,
θὰ ἐπιστρέψη, θὰ ξαναγυρίση.
Μὲ τὰ λευκὰ τῆς μέλη, τὴν λευκή της χάρι,
θὰ ἔλθ' ἡ ἄσπρη μας νεότης νὰ μᾶς πάρη.
Μὲ τὰ λευκά της χέρια θὰ μᾶς πιάση,
καὶ μ' ἕνα σάβανο λεπτὸ ἀπ' την ἀσπράδα της βγαλμένο,
μὲ κάτασπρο ἕνα σάβανο ἀπ' την ἀσπράδα της βγαλμένο
θὰ μᾶς σκεπάση.




Γνωρίσματα

Ἄλλων μὲν γὰρ ἄλλαι χῶραι καρπῶν τε καὶ τό-
κων εὔφοροι· ἵππος δεικνύει τον Θετταλόν...·
καρπὸς δὲ τῆσδε τῆς πόλεως λόγος καὶ ἄνθρω-
πός.
ΙΜΕΡΙΟΣ

Τὸ γνώρισμά της ἔχει κάθε χώρα.
Ἴδιον εἶναι Θεσσαλοῦ ἵπποι καὶ ἱππασία·
ἀναδεικνύει τοῦ πολέμου ὥρα
τὸν Σπαρτιάτην· ἔχει ἡ Μηδία

τὴν τράπεζαν μετά των αἰδεσμάτων·
κόμη δεικνύει τους Κελτούς, τοὺς Ἀσσυρίους πώγων.
Αἱ δὲ Ἀθῆναι ὡς γνωρίσματά των
τὸν Ἄνθρωπον ἔχουσι καὶ τὸν Λόγον.




Αἰωνιότης

Ὁ Ἰνδὸς Ἀρσούνας, βασιλεὺς φιλάνθρωπος καὶ πρᾶος,
μισοῦσε ταῖς σφαγαῖς. Ποτὲ δὲν ἔκαμνε πολέμους.
Πλὴν τοῦ πολέμου ὁ φοβερὸς θεὸς δυσηρεστήθη -
(λιγόστεψεν ἡ δόξα του ἄδειασαν οἱ ναοί του) -
καὶ μπῆκε μὲ θυμὸ πολὺ στοῦ Ἀρσούνα τὸ παλάτι.
Ὁ βασιλεὺς φοβήθηκε καὶ λέει «Θεὲ μεγάλε
συγχώρεσέ με ἂν δὲν μπορῶ ζωὴ νὰ πάρω ἀνθρώπου».
Μὲ περιφρόνησι ὁ θεὸς ἀπήντησε «Ἀπὸ μένα
νομίζεσαι πιὸ δίκαιος; Μὲ λέξεις μὴ γελιέσαι.
Καμμιὰ ζωὴ δὲν παίρνεται. Γνώριζε πὼς ποτέ του
μήτε γεννήθηκε κανείς, μήτε κανεὶς πεθαίνει».




Σύγχυσις

Εἶν' ἡ ψυχὴ μοῦ ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός
συγκεχυμένη καὶ παράλυτος. Ἐκτός,
ἐκτὸς αὐτῆς γίνεται ἡ ζωή της.

Καὶ περιμένει τὴν ἀπίθανον ἠῶ.
Καὶ περιμένω, φθείρωμαι, καὶ ἀνιώ
κ' ἐγὼ ἐντός της ἢ μαζύ της.




Λήθη

Κλειστὰ ἐντὸς ἀνθοκομείου
ὑπὸ τὰ ὑελώματα τ' ἄνθη ξεχνοῦν
πῶς εἶν' ἡ λάμψις τοῦ ἡλίου
καὶ πῶς φυσοῦν αἱ αὔρ' αἱ δροσεραὶ ὅταν περνοῦν.




Σαλώμη

Ἐπάνω σὲ χρυσὸ σινὶ ἡ Σαλώμη φέρνει
τὴν κεφαλὴ τοῦ Ἰωάννη Βαπτιστῆ
στὸν νέον Ἕλληνα τὸν σοφιστή
ποὺ ἀπὸ τὸν ἔρωτα μὲ ἀδιαφορία γέρνει.

«Σαλώμη τὴν δική σου» ἀπαντάει ὁ νέος
«ἤθελα νὰ μὲ φέρουνε τὴν κεφαλή».
Ἀστειευόμενος ἔτσι ὁμιλεῖ.
Καὶ τὴν ἐπαύριον ἕνας δοῦλος της δρομαῖος

τῆς Ἐρωμένης ἔρχεται τὴν κεφαλὴ βαστῶντας
ὀλόξανθη ἐπάνω σὲ χρυσὸ σινί.
Πλὴν τὴν ἐπιθυμία του τὴν χθεσινή
ὁ σοφιστὴς εἶχε ξεχάσει μελετῶντας.

Τὰ αἵματα 'ποὺ στάζουνε βλέπει κι' ἀηδιάζει.
Τὸ αἱματωμένο πρᾶγμα αὐτὸ νὰ σηκωθῇ
προστάζει ἀπὸ ἐμπροστά του, κ' ἐξακολουθεῖ
τοῦ Πλάτονος τοὺς διαλόγους νὰ διαβάζη.




Χαλδαϊκή Εἰκῶν

Πρὶν πλάση ὁ θεὸς Ἑὰ τὸν ἄνθρωπον, γεμάτη
ἦτο ἡ γῆ μὲ γόνους ἀπεχθεῖς
τοῦ Ἄψου - ποὺ ἀτέρμονας ἀβύσσους εἶχε σῶμα -
καὶ τοῦ ὑγροῦ χάους Μουμοῦ Ταμάτ.
Ὑπῆρχαν τότε Μαχηταὶ μὲ σώματα ὀρνέων·
Λαοὶ κατὰ τὸ σῶμα ἄνθρωποι
καὶ κόρακες τὴν κεφαλὴν· μὲ κεφαλὰς ἀνθρώπων
Γένη μεγάλων ταύρων κ' ὑψηλῶν·
καὶ κύνες ποὺ ἐγαύγιζαν νυχθημερὸν καὶ εἶχον
τέσσαρα σώματα καὶ τὰς οὐρᾶς
ἰχθύων.- Ὁ καλὸς Ἑὰ καὶ οἱ λοιποὶ θεοί μας
τὰ ὄντα ἐξολόθρευσαν αὐτά
πρὶν θέσωσι τὸν ἄνθρωπον ἐντὸς τοῦ Παραδείσου
(ἐξ οὗ, οἴμοι!, πῶς ἔπεσεν οἰκτρῶς).




Ὁ Ἰοὐλιανὸς ἐν τοῖς Μυστηρίοις

Πλὴν σὰν εὑρέθηκε μέσα στὸ σκότος,
μέσα στῆς γῆς τὰ φοβερὰ τὰ βάθη,
συντροφευμένος μ' Ἕλληνας ἀθέους,
κ' εἶδε μὲ δόξαις καὶ μεγάλα φῶτα
νὰ βγαίνουν ἄϋλαις μορφαῖς ἐμπρός του,
φοβήθηκε γιὰ μιὰ στιγμὴν ὁ νέος,
κ' ἕνα ἔνστικτον τῶν εὐσεβῶν του χρόνων
ἐπέστρεψε, κ' ἔκαμε τὸν σταυρό του.
Ἀμέσως ἡ Μορφαῖς ἀφανισθήκαν·
ἡ δόξαις χάθηκαν - σβύσαν τὰ φῶτα.
Οἱ Ἕλληνες ἐκρυφοκυτταχθήκαν.
Κι' ὁ νέος εἶπεν· «Εἴδατε τὸ θαῦμα;
Ἀγαπητοί μου σύντροφοι, φοβοῦμαι.
Φοβοῦμαι, φίλοι μου, θέλω νὰ φύγω.
Δὲν βλέπετε πὼς χάθηκαν ἀμέσως
οἱ δαίμονες σὰν μ' εἴδανε νὰ κάνω
τὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ τὸ ἁγιασμένο;»
Οἱ Ἕλληνες ἐκάγχασαν μεγάλα·
«Ντροπή, ντροπὴ νὰ λὲς αὐτὰ τὰ λόγια
σέ μας τοὺς σοφιστὰς καὶ φιλοσόφους.
Τέτοια σὰν θὲς εἰς τὸν Νικομηδείας
καὶ στοὺς παππᾶδες του μπορεῖς νὰ λές.
Τῆς ἔνδοξης Ἑλλάδος μας ἐμπρός σου
οἱ μεγαλείτεροι θεοὶ φανήκαν.
Κι' ἂν φύγανε νὰ μὴ νομίζης διόλου
ποὺ φοβηθήκαν μιὰ χειρονομία.
Μονάχα σὰν σὲ εἴδανε νὰ κάνης
τὸ ποταπότατον, ἀγροῖκον σχῆμα
συχάθηκεν ἡ εὐγενής των φύσις
καὶ φύγανε καὶ σὲ περιφρονῆσαν».
Ἔτσι τὸν εἴπανε κι' ἀπὸ τὸν φόβο
τὸν ἱερὸν καὶ τὸν εὐλογημένον
συνῆλθεν ὁ ἀνόητος, κ' ἐπείσθη
μὲ τῶν Ἑλλήνων τ' ἄθεα τὰ λόγια.




Ἡ Τράπεζα τοῦ Μέλλοντος

Τὴν δύσκολη ζωή μου ἀσφαλῆ νὰ κάνω
ἐγὼ στὴν Τράπεζα τοῦ Μέλλοντος ἐπάνω
πολὺ ὀλίγα συναλλάγματα θὰ βγάλλω.

Κεφάλαια μεγάλ' ἂν ἔχη ἀμφιβάλλω.
Κι' ἄρχισα νὰ φοβοῦμαι μὴ στὴν πρώτη κρίσι
ἐξαφνικὰ τὰς πληρωμάς της σταματήση.




[Ἀδύνατα]

Μία χαρὰ ὑπάρχει πλὴν εὐλογητή
μία παρηγορία ἐν αὐτῇ τὴ λύπη.
Ἀπὸ τὸ τέλος τοῦτο πόσοι συρφετοί
λείπουν χυδαίων ἡμερῶν, πόση ἀνία λείπει!

Εἶπεν εἰς ποιητὴς «Εἶναι ἀγαπητή
ἡ μουσικὴ ποὺ δὲν δύναται νὰ ἠχήση».
Κ' ἐγὼ θαρρῶ ὅτι ἡ πλέον ἐκλεκτή
εἶν' ἡ ζωὴ ἐκείνη ποὺ δὲν δύναται νὰ ζήση.




Πρόσθεσις

Ἂν εὐτυχῆς ἢ δυστυχὴς εἶμαι δὲν ἐξετάζω.
Πλὴν ἕνα πρᾶγμα μὲ χαρὰν στὸ νοῦ μου πάντα βάζω -
ποὺ στὴν μεγάλη πρόσθεσι (τὴν πρόσθεσί των ποὺ μισῶ)
ποὺ ἔχει τόσους ἀριθμούς, δὲν εἴμ' ἐγὼ ἐκεῖ
ἀπ' ταῖς πολλαῖς μονάδες μιά. Μὲς στ' ὁλικὸ ποσό
δὲν ἀριθμήθηκα. Κι αὐτὴ ἡ χαρὰ μ' ἀρκεῖ.




Ἀνθοδέσμαι

Ἄψινθος, δάτουρα, καὶ ὑποκύαμος,
ἀκόνιτον, ἐλλέβορος, καὶ κώνειον -
ὀλ' αἱ πικρίαι καὶ τὰ δηλητήρια -
τὰ φύλλα των καὶ τ' ἄνθη τὰ φρικτὰ θὰ δώσουν
διὰ νὰ γίνουν αἱ μεγάλαι ἀνθοδέσμαι
ποὺ θὰ τεθοῦν ἐπὶ τοῦ φαεινοῦ βωμοῦ -
ἄ, τοῦ λαμπροῦ βωμοῦ ἐκ λίθου Μαλαχίτου -
τοῦ Πάθους τοῦ φρικτοῦ καὶ τοῦ περικαλλοῦς.




Λοεγκρίν

Λυπᾶται ὁ καλὸς ὁ βασιλεύς την Ἔλσα
καὶ πρὸς τὸν Αὐλικὸ τὸν Κήρυκα γυρίζει.

Καλεῖ ὁ Κῆρυξ, καὶ ἡ σάλπιγγες ἠχοῦνε.

Α βασιλέα, σὲ παρακαλῶ ἀκόμη,
ἀκόμη μιὰ φορὰ ὁ Κῆρυξ νὰ καλέση.

Ὁ Κῆρυξ πάλι προσκαλεῖ.

Σὲ ἱκετεύω,
πέφτω στὰ πόδια σου. Λυπήσου με, λυπήσου.
Εἶναι μακρυά, πολὺ μακρυὰ καὶ δὲν ἀκούει.
Γιὰ τελευταία μιὰ φορὰ ὁ Κῆρυξ τώρα
ἂς προσκαλέση. Ἴσως θὰ φανῆ.

Ὁ Κῆρυξ
ἐκ νέου προσκαλεῖ.

Καὶ νά, σὰν κάτι
ἄσπρο εἰς τὸν ὁρίζοντα ἐφανερώθη.
Ἐφάνηκεν, ἐφάνηκεν - εἶναι ὁ κύκνος.

Α δυστυχία μας, α δυστυχία, ὅταν
λυπάτ' ὁ βασιλεὺς καὶ πρὸς τὸν Κήρυκά του
στρέφει μηχανικῶς, χωρὶς πολλὴν ἐλπίδα.
Κι' ὁ Κῆρυξ προσκαλεῖ κ' ἡ σάλπιγγες ἠχοῦνε.
Καὶ πάλι προσκαλεῖ κ' ἡ σάλπιγγες ἠχοῦνε·
καὶ πάλι προσκαλεῖ κ' ἡ σάλπιγγες ἠχοῦνε·
ἀλλὰ ὁ Λοεγκρὶν δὲν ἔρχεται ποτέ του.

Καὶ ὅμως ἀπαράβατη θὰ ἐφυλάττετο ἡ πίστις.




Ἡ Ὑποψία

Καὶ ποιός θὰ ὀμιλήση τὸ χειρότερο.
(Αὐτὸ καλλείτερα νὰ μὴ ἐλέγονταν).
Ποιός θάλθη νὰ μᾶς πῇ (Μὴ τὸν ἀκούσωμεν.
Μὴ τὸν ἀκούσωμεν. Θὰ τὸν ἠπάτησαν)
τὴν ἄδικη κατηγορία· κ' ἔπειτα
τὸ κάλεσμα, τὸ ξανακάλεσμα τοῦ Κήρυκος,
τὸν ἔνδοξο τὸν ἐρχομό του Λοεγκρίν -
κύκνο, καὶ μαγικὸ σπαθί, καὶ ἅγιο Γκράλ -
καὶ ἐπὶ τέλους τὴν μονομαχίαν του,
εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἐνίκησεν ὁ Τελραμόνδος.




Στρατηγοῦ Θάνατος

Τὸ χέρι του ὁ θάνατος ἁπλώνει
κ' ἑνὸς ἐνδόξου στρατηγοῦ τὸ μέτωπον ἀγγίζει.
Τὸ βράδυ μιὰ ἐφημερὶς τὸ νέον φανερώνει.
Τὸ σπίτι τοῦ ἀρρώστου μὲ πλῆθος πολὺ γεμίζει.

Ἐκεῖνον τὸν παρέλυσαν οἱ πόνοι
τὰ μέλη καὶ τὴν γλῶσσα του. Τὸ βλέμμα του γυρίζει
καὶ ὥρα πολλὴ σὲ πράγματα γνώριμα προσηλόνει.
Ἀτάραχος, τοὺς παλαιοὺς ἥρωας ἐνθυμίζει.

Ἀπ' ἔξω - τὸν ἐσκέπασε σιγὴ κι' ἀκινησία.
Μέσα - τὸν σάπισεν ὁ φθόνος τῆς ζωῆς, δειλία,
λέπρα ἡδονική, μωρὸν πεῖσμα, ὀργή, κακία.

Βαρυὰ βογγᾶ. Ξεψύχησε. Θρηνεῖ κάθε πολίτου
φωνὴ· «Τὴν πολιτεία μᾶς ἐρήμαξ' ἡ θανή του!
Ἀλοίμονον ἡ Ἀρετὴ ἀπέθανε μαζύ του!»




Ἡ Ἐπέμβασις τῶν Θεῶν

Heartily know
.........
The gods arrive.
EMERSON

REMONIN. -...Il disparaitra au moment necessaire;
les dieux interviendront.
Mme DE RUMIERES. -Comme dans les tragedies
antiques?
(Acte II, sc. i)
Mme DE RUMIERES. -Qu'y a-t-il?
REMONIN. -Les Dieux sont arrives.
(Acte V, sc. x)
ALEXANDRE DUMAS,FILS, L'Etrangere

Θὰ γίνη τώρα τοῦτο, κ' ἔπειτα ἐκεῖνο·
καὶ πιὸ ἀργά, σὲ μιὰ ἢ δυὸ χρονιὲς (ὡς κρίνω),
τέτοιες θὰ εἶν' ἡ πράξεις, τέτοιοι θάν' οἱ τρόποι.
Δὲν θὰ φροντίσουμε γιὰ μακρυνὸ κατόπι.
Γιὰ τὸ καλλίτερον ἡμεῖς θὰ προσπαθοῦμε.
Καὶ ὅσο προσπαθοῦμε, τόσο θὰ χαλνοῦμε,
θὰ μπλέκουμε τὰ πράγματα, ὡς νὰ βρεθοῦμε
στὴν ἄκρα σύγχυσι. Καὶ τότε θὰ σταθοῦμε.
Θὰ ἥν' ἡ ὥρα οἱ θεοὶ νὰ ἐργασθοῦνε.
Ἔρχονται πάντοτ' οἱ θεοί. Θὰ καταιβοῦνε
ἀπὸ τὲς μηχανές των, καὶ τοὺς μὲν θὰ σώσουν,
τοὺς δὲ βίαια, ξαφνικὰ θὰ τοὺς σηκώσουν
ἀπὸ τὴν μέση· καὶ σὰν φέρουνε μιὰ τάξι
θ' ἀποσυρθοῦν.- Κ' ἔπειτ' αὐτὸς τοῦτο θὰ πράξη,
τοῦτο ἐκεῖνος· καὶ μὲ τὸν καιρὸν οἱ ἄλλοι
τὰ ἰδικά των. Καὶ θ' ἀρχίσουμε καὶ πάλι.




Ὁ Βασιλεὺς Κλαύδιος

Σὲ μέρη μακρυνὰ ὁ νοῦς μου πιαίνει.
Στοὺς δρόμους περπατῶ της Ἐλσινόρης,
γυρίζω σταὶς πλατείαις, καὶ θυμοῦμαι
τὴν θλιβερώτατη τὴν ἱστορία,
τὸν ἄτυχον ἐκεῖνον βασιλέα,
ποὺ τὸν ἐσκότωσεν ὁ ἀνεψιός του
γιὰ κατ' ἰδανικαῖς του ὑποψίαις.

Σ' ὅλα τὰ σπίτια τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων
κρυφὰ (γιατί τὸν Φορτιμπρὰς φοβοῦνταν)
τὸν ἔκλαψαν. Φιλήσυχος καὶ πρᾶος
ἦταν· καὶ τὴν εἰρήνην ἀγαποῦσε
(πολλὰ ὁ τόπος εἶχεν ὑποφέρει
ἀπὸ τοῦ προκατόχου του ταῖς μάχαις).
Εὐγενικὰ ἐφέρνονταν πρὸς ὅλους,
μεγάλους καὶ μικρούς. Αὐθαιρεσίαις
ἐχθρεύονταν, καὶ συμβουλὲς ζητοῦσε
στοῦ βασιλείου τὲς ὑποθέσεις πάντα
ἀπὸ ἀνθρώπους σοβαροὺς κ' ἐμπείρους.

Γιατί τὸν σκότωσεν ὁ ἀνεψιός του
μὲ θετικότητα ποτὲ δὲν εἶπαν.
Τὸν ὑπωπτεύετο γιὰ ἕναν φόνο.
Τῆς ὑποψίας του ἡ βάσις ἦταν
ποὺ σὰν μιὰ νύχτα περπατοῦσε ἐπάνω
σ' ἕναν ἀπ' τοὺς ἀρχαίους προμαχῶνας,
ἐθάρρεψε πὼς εἶδεν ἕνα φάσμα
καὶ μὲ τὸ φάσμα ἔκαμ' ὁμιλία.
Καὶ τάχα κάποιαις ἔμαθ' ἀπ' τὸ φάσμα
κατηγορίαις γιὰ τὸν βασιλέα.

Θὰ ἦταν ἔξαψις τῆς φαντασίας
βεβαίως καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ἀπάτη.
(Ὁ πρίγκηψ ἦταν νευρικὸς εἰς ἄκρον.
Σὰν σπούδαζε στὸ Βίττεμπεργκ τὸν εἶχαν
γιὰ μανιακὸ πολλοὶ συμμαθηταί του).

Ὀλίγαις 'μέραις ἔπειτα ἐπῆγεν
εἰς τῆς μητέρας του νὰ ὁμιλήσουν
γιὰ μερικὰ οἰκογενειακά των. Κ' αἴφνης
ἐκεῖ ποὺ ὁμιλοῦσε παρεφέρθη
κι' ἄρχισε νὰ βοᾶ, νὰ ξεφωνίζη
πῶς φάνηκε τὸ φάσμα ἐμπροστά του.
Πλὴν τίποτ' ἡ μητέρα του δὲν εἶδε.

Καὶ τὴν ἰδία μέρα ἕναν γέρον
ἄρχοντα σκότωσε χωρὶς αἰτία.
Καθὼς ἐπρόκειτο νὰ πάγη ὁ πρίγκηψ
εἰς τὴν Ἀγγλία σὲ μιὰ δύο ἡμέραις
ὁ βασιλεὺς ἐπέσπευσ' ἆρον, ἆρον
τὸν πηγαιμό του γιὰ νὰ τὸν γλυτώση.
Πλὴν τόσο ἀγανάκτησεν ὁ κόσμος
γιὰ τὴν φρικτότατη δολοφονία
ποὺ ἐσηκώθηκαν ἐπαναστάται
καὶ γύρευαν τοῦ παλατιοῦ ταῖς πόρταις
νὰ σπάσουν μὲ τὸν υἱὸ τοῦ σκοτωμένου
τὸν ἄρχοντα Λαέρτη (ἕναν νέον
ἀνδρεῖο, καὶ φιλόδοξον ἐπίσης·
στὴν ταραχὴ «Ὁ Βασιλεὺς Λαέρτης
ζήτω!» ἐφώναξαν κάποιοι τοῦ φίλοι).

Σὰν ἔπειτα ἡσύχασεν ὁ τόπος
κι' ὁ βασιλεὺς ξαπλώθηκε στὸν τάφο
ἀπὸ τὸν ἀνεψιό του σκοτωμένος
(ὁ πρίγκηψ στὴν Ἀγγλία δὲν ἐπῆγε·
στὸν δρόμο ξέφυγεν ἀπὸ τὸ πλοῖο),
ἕνας Ὠράτιος βγῆκε στὴν μέση
κ' ἐγύρεψε μὲ κάτι ἐξιστορήσεις
τὸν πρίγκηπα νὰ δικαιολογήση.
Εἶπε πὼς τὸ ταξείδι τῆς Ἀγγλίας
ἦταν ἐπιβουλὴ κρυφὴ κ' ἐδόθη
διαταγὴ ἐκεῖ νὰ τὸν σκοτώσουν.
(Αὐτὸ ὅμως καθαρὰ δὲν ἀπεδείχθη).
Εἶπε καὶ γιὰ κρασὶ φαρμακευμένο,
φαρμακευμένο ἀπ' τὸν βασιλέα.
Τῶπε, εἶν' ἀλήθεια, κι' ὁ Λαέρτης τοῦτο.
Πλὴν δὲν ἐψεύσθη; πλὴν δὲν ἀπατήθη;
Καὶ πότε τῶπε; Ὅταν πληγωμένος
ἐξέπνεε κ' ἐγύριζεν ὁ νοῦς του
καὶ φαίνονταν σὰν νὰ παραμιλοῦσε.
Ὅσο γιὰ τὰ φαρμακευμένα ὅπλα
κατόπι φάνηκε πὼς τὸ φαρμάκι
δὲν τώβαλλεν ὁ βασιλεὺς καθόλου,
μονάχος του τώβαλλεν ὁ Λαέρτης.
Ἀλλὰ ὁ Ὠράτιος εἰς τὴν ἀνάγκη
ἔβγαζε καὶ τὸ φάσμα μαρτυρία.
Τὸ φάσμα εἶπε τοῦτο, εἴπ' ἐκεῖνο!
Τὸ φάσμα ἔκαμεν αὐτὸ κ' ἐκεῖνο!

Γι' αὐτά, ἐνῷ τὸν ἄκουαν νὰ λέγη,
οἱ πιὸ πολλοὶ μὲς στὴν συνείδησί των
λυποῦνταν τὸν καλὸ τὸν βασιλέα
ποὺ μὲ φαντάσματα καὶ παραμύθια
ἄδικα τὸν ἐσκότωσαν, καὶ πῆγε.

Ὅμως ὁ Φορτιμπράς, ποὺ ὠφελήθη
κι' ἀπέκτησ' εὔκολα τὴν ἐξουσία,
κῦρος πολὺ καὶ προσοχὴ μεγάλη
ἔδιδεν εἰς τὰ λόγια του Ὠρατίου.




Ἡ Ναυμαχία

Ἀφανισθήκαμεν ἐκεῖ στὴν Σαλαμῖνα.
Ὀά, ὀά, ὀά, ὀά, ὀά, ὀά, νὰ λέμε.
Δικά μας εἶναι τα Ἐκβάτανα, τὰ Σοῦσα,
καὶ ἡ Περσέπολις - οἱ πιὸ ὡραῖοι τόποι.
Τί ἐγυρεύαμεν ἐκεῖ στὴν Σαλαμῖνα
στόλους νὰ κουβανοῦμε καὶ νὰ ναυμαχοῦμε.
Τώρα θὰ πᾶμε πίσω στὰ Ἐκβάτανά μας,
θὰ πᾶμε στὴν Περσέπολί μας, καὶ στὰ Σοῦσα.
Θὰ πᾶμε, πλὴν σὰν πρῶτα δὲν θὰ τὰ χαροῦμε.
Ὀτοτοτοί, ὀτοτοτοὶ· ἡ ναυμαχία
αὐτὴ γιατί νὰ γένεται καὶ ν' ἀπαιτῆται.
Ὀτοτοτοί, ὀτοτοτοὶ· γιατί νὰ πρέπη
νὰ σηκωνόμεθα, νὰ παραιτοῦμεν ὅλα,
κ' ἐκεῖ νὰ πιαίνουμε νὰ ναυμαχοῦμε ἀθλίως.
Ἔτσι γιατί νὰ ἦναι: μόλις κανεὶς ἔχει
τὰ περιώνυμα Ἐκβάτανα, τὰ Σοῦσα
καὶ τὴν Περσέπολιν, εὐθὺς ἀθροίζει στόλο
καὶ πιαίνει πρὸς τοὺς Ἕλληνας νὰ ναυμαχήση.
Ἄ, ναὶ βεβαίως· ἄλλο λόγο νὰ μὴ λέμε:
Ὀτοτοτοί, ὀτοτοτοί, ὀτοτοτοί.
Ἄ, ναὶ τῷ ὄντι· τί μᾶς μένει πιὰ νὰ ποῦμε:
ὀά, ὀά, ὀά, ὀά, ὀά, ὀά.




Ὅταν ὁ Φύλαξ εἶδε τὸ Φῶς

Χειμῶνα, καλοκαίρι κάθονταν στὴν στέγη
τῶν Ἀτρειδῶν κ' ἔβλεπ' ὁ Φύλαξ. Τώρα λέγει
εὐχάριστα. Μακρυὰ εἶδε φωτιὰ ν' ἀνάβη.
Καὶ χαίρεται· κι' ὁ κόπος του ἐπίσης παύει.
Εἶναι ἐπίπονον καὶ νύκτα καὶ ἡμέρα,
στὴν ζέστη καὶ στὸ κρύο νὰ κυττάζης πέρα
τὸ Ἀραχναῖον γιὰ φωτιά. Τώρα ἐφάνη
τὸ ἐπιθυμητὸν σημεῖον. Ὅταν φθάνει
ἡ εὐτυχία δίδει πιὸ μικρὴ χαρά
ἀπ' ὅ,τι προσδοκᾶ κανείς. Πλὴν καθαρά
τοῦτο κερδήθηκε: γλυτώσαμ' ἀπ' ἐλπίδας
καὶ προσδοκίας. Πράγματα εἰς τοὺς Ἀτρείδας
πολλὰ θὰ γίνουνε. Χωρὶς νάναι σοφός
κανεὶς εἰκάζει τοῦτο τώρα ποὺ τὸ φῶς
εἶδεν ὁ φύλαξ. Ὅθεν μὴ ὑπερβολή.
Καλό το φῶς· κι' αὐτοὶ ποὺ ἔρχονται καλοί·
τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα των κι' αὐτὰ καλά.
Καὶ ὅλα ἴσια νὰ εὐχόμεθα. Ἀλλά
τὸ Ἄργος εἰμπορεὶ χωρὶς Ἀτρείδας νά
κάμη. Τὰ σπίτια δὲν εἶναι παντοτεινά.
Πολλοὶ βεβαίως θὰ μιλήσουνε πολλά.
Ἡμεῖς ν' ἀκοῦμε. Ὅμως δὲν θὰ μᾶς γελᾶ
τὸ Ἀπαραίτητος, τὸ Μόνος, τὸ Μεγάλος.
Καὶ ἀπαραίτητος, καὶ μόνος, καὶ μεγάλος
ἀμέσως πάντα βρίσκεται κανένας ἄλλος.




Οἱ Ἐχθροί

Τὸν Ὕπατο τρεῖς σοφισταὶ ἦλθαν νὰ χαιρετήσουν.
Ὁ Ὕπατος τοὺς ἔβαλλε κοντά του νὰ καθίσουν.
Εὐγενικὰ τοὺς μίλησε. Κ' ἔπειτα, νὰ φροντίσουν,
τοὺς εἶπε, χωρατεύωντας. «Ἡ φήμη φθονερούς
κάμνει. Συγγράφουν οἱ ἀντίζηλοι. Ἔχετ' ἐχθρούς».
Ἀπήντησ' ἕνας ἀπ' τοὺς τρεῖς μὲ λόγους σοβαρούς.

«Οἱ τωρινοί μας οἱ ἐχθροὶ δὲν θὰ μᾶς βλάψουνε ποτέ.
Κατόπι θάλθουν οἱ ἐχθροί μας, οἱ καινούριοι σοφισταί.
Ὅταν ἡμεῖς, ὑπέργηροι, θὰ κείμεθα ἐλεεινά
καὶ μερικοὶ θὰ μπήκαμε στὸν Ἅδη. Τὰ σημερινά
τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα μας ἀλλόκοτα (καὶ κωμικά
ἴσως) θὰ φαίνωνται, γιατί θ' ἀλλάξουν τὰ σοφιστικά,
τὸ ὕφος καὶ τὰς τάσεις οἱ ἐχθροί. Ὅμοια σὰν κ' ἐμένα,
καὶ σὰν κι' αὐτούς, ποὺ τόσο μεταπλάσαμε τὰ περασμένα.
Ὅσα ἡμεῖς ἐπαραστήσαμεν ὡραῖα καὶ σωστά
θὰ τ' ἀποδείξουν οἱ ἐχθροὶ ἀνόητα καὶ περιττά
τὰ ἴδια ξαναλέγωντας ἀλλοιὼς (χωρὶς μεγάλον κόπο).
Καθὼς κ' ἐμεῖς τὰ λόγια τα παληὰ εἴπαμε μ' ἄλλον τρόπο».




Τεχνητά Ἄνθη

Δὲν θέλω τοὺς ἀληθινοὺς ναρκίσσους - μηδὲ κρίνοι
μ' ἀρέσουν, μηδὲ ρόδ' ἀληθινά.
Τοὺς τετριμμένους, τοὺς κοινοὺς κήπους κοσμοῦν. Μὲ δείνει
ἡ σάρκα των πικρία, κούρασι, κι' ὀδύνη -
τὰ κάλλη των βαρυοῦμαι τὰ φθαρτά.

Δόστε μὲ ἄνθη τεχνητά - ἡ δόξαις του τσινιοῦ καὶ τοῦ μετάλλου -
ποὺ δὲν μαραίνονται καὶ δὲν σαπίζουν, μὲ μορφαῖς ποὺ δὲν γερνοῦν.
Ἄνθη τῶν ἐξαισίων κήπων ἑνὸς τόπου ἄλλου,
ποὺ Θεωρίαις, καὶ Ρυθμοί, καὶ Γνώσεις κατοικοῦν.

Ἄνθη ἀγαπῶ ἀπὸ ὑαλὶ ἢ ἀπὸ χρυσὸ πλασμένα,
τῆς Τέχνης τῆς πιστῆς δῶρα πιστά·
μὲ χρώματ' ἀπ' τὰ φυσικὰ πιὸ εὔμορφα βαμμένα,
καὶ μὲ σεντέφι καὶ μὲ σμάλτο δουλευμένα,
μὲ φύλλα καὶ κλωνάρια ἰδανικά.

Παίρνουν τὴν χάρι των ἀπὸ σοφὴ κι' ἁγνότατη Καλαισθησία·
μέσα στὰ χώματα δὲν φύτρωσαν καὶ μὲς σταὶς λάσπαις ρυπαρά.
Ἐὰν δὲν ἔχουν ἄρωμα, θὰ χύσουμ' εὐωδία,
θὰ κάψουμ' ἐμπροστά των μύρα αἰσθηματικά.




Θεόφιλος Παλαιολόγος

Ὁ τελευταῖος χρόνος εἶν' αὐτός. Ὁ τελευταῖος τῶν Γραικῶν
αὐτοκρατόρων εἶν' αὐτός. Κι' ἀλλοίμονον
τί θλιβερὰ ποὺ ὁμιλοῦν πλησίον του.
Ἐν τῇ ἀπογνώσει του, ἐν τῇ ὀδύνῃ
ὁ Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν».

Α Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμὸ τοῦ γένους μας, καὶ πόση ἐξάντλησι
(πόσην ἀπηύδησιν ἀπὸ ἀδικίες καὶ κατατρεγμό)
ἡ τραγικές σου πέντε λέξεις περιεῖχαν.




Ὅποιος τὸ πνεῦμα του ποθῆ νὰ δυναμὼσῃ (Δυνάμωσις)

Ὅποιός τὸ πνεῦμα του πὸθῇ νὰ δυναμώσῃ,
νὰ βγῇ ἀπ' τὸ σέβας κι' ἀπὸ τὴν ὑποταγή.

Ἀπὸ τὸὺς νόμους μερικοὺς θὰ τὸὺς φυλάξῃ,
ἀλλὰ τὸ περισσότερο θὰ παραβαίνῃ
καὶ νόμους κ' ἔθιμα κι' ἀπ' τὴν παραδεγμένη
καὶ τὴν ἀνεπαρκοῦσα εὐθύτητα θὰ βγῇ.

Ἀπὸ ταὶς ἡδοναὶς πὸλλὰ θὰ διδαχθῇ.
Τὴν καταστρεπτικὴ δὲν θὰ φοβᾶται πρᾶξι.
Τὸ σπίτι τὸ μὶσὸ πρέπει νὰ γκρεμισθῇ.
Ἔτσι θ' ἀναπτυχθῇ ἐνάρετα στὴν γνῶσι.
Ὅποιός τὸ πνεῦμα του πὸθῇ νὰ δυναμώσῃ.




Ὁ Σεπτέμβρης τοῦ 1903

Τοὐλάχιστον μὲ πλάναις ἂς γελιοῦμαι τώρα·
τὴν ἄδεια τὴν ζωή μου νὰ μὴ νοιώθω.

Καὶ ἤμουνα τόσαις φοραῖς τόσο κοντά,.
Καὶ πῶς παρέλυσα, καὶ πῶς δειλίασα·
γιατί νὰ μείνω μὲ κλειστὰ τὰ χείλη·
καὶ μέσα μου νὰ κλαίη ἡ ἄδεια μοῦ ζωή,
καὶ νὰ μαυροφοροὺν ἡ ἐπιθυμίαις μου.

Τόσαις φοραῖς τόσο κοντὰ νὰ εἶμαι
στὰ μάτια, καὶ στὰ χείλη τὰ ἐρωτικά,
στ' ὀνειρεμένο, τὸ ἀγαπημένο σῶμα.
Τόσαις φοραῖς τόσο κοντὰ νὰ εἶμαι.




Ὁ Δεκέμβρης τοῦ 1903

Κι' ἂν γιὰ τὸν ἔρωτά μου δὲν μπορῶ νὰ πῶ -
ἂν δὲν μιλῶ γιὰ τὰ μαλλιά σου, γιὰ τὰ χείλη, γιὰ τὰ μάτια·
ὅμως τὸ πρόσωπό σου ποὺ κρατῶ μὲς στὴν ψυχή μου,
ὁ ἦχος τῆς φωνῆς σου ποὺ κρατῶ μὲς στὸ μυαλό μου,
ἡ μέραις τοῦ Σεπτέμβρη ποὺ ἀνατέλλουν στὰ ὄνειρά μου,
ταῖς λέξεις καὶ ταῖς φράσεις μοῦ πλάττουν καὶ χρωματίζουν
εἰς ὅποιο θέμα κι' ἂν περνῶ, ὅποιαν ἰδέα κι' ἂν λέγω.




Ὁ Γεννάρης τοῦ 1904

Α ἡ νύχταις του Γεννάρη αὐτουνοῦ,
ποὺ κάθομαι καὶ ξαναπλάττω μὲ τὸν νοῦ
ἐκείναις ταῖς στιγμαῖς καὶ σ' ἀνταμόνω,
κι' ἀκούω τὰ λόγια μας τὰ τελευταῖα κι' ἀκούω τὰ πρῶτα.

Ἀπελπισμέναις νύχταις του Γεννάρη αὐτουνοῦ,
σὰν φεύγ' ἡ ὀπτασία καὶ μ' ἀφίνει μόνο.
Πῶς φεύγει καὶ διαλύεται βιαστική -
πᾶνε τὰ δένδρα, πᾶνε οἱ δρόμοι, πᾶν τὰ σπίτια, πᾶν τὰ φῶτα·
σβύνει καὶ χάνετ' ἡ μορφή σου ἡ ἐρωτική.




Σταὶς Σκάλαις

Τὴν ἄτιμη τὴν σκάλα σὰν κατέβαινα,
ἀπὸ τὴν πόρτα ἔμπαινες, καὶ μιὰ στιγμή
εἶδα τὸ ἄγνωστό σου πρόσωπο καὶ μὲ εἶδες.
Ἔπειτα κρύφθηκα νὰ μὴ μὲ ξαναδῇς, καὶ σύ
πέρασες γρήγορα τὸ πρόσωπό σου κρύβωντας,
καὶ χώθηκες στὸ ἄτιμο τὸ σπίτι μέσα
ὅπου τὴν ἡδονὴ δὲν θάβρες, καθὼς δὲν τὴν βρῆκα.

Κι' ὅμως τὸν ἔρωτα ποὺ ἤθελες τὸν εἶχα νὰ στὸν δώσω·
τὸν ἔρωτα ποὺ ἤθελα - τὰ μάτια σου μὲ τώπαν
τὰ κουρασμένα καὶ ὕποπτα - εἶχες νὰ μὲ τὸν δώσης.
Τὰ σώματά μας αἰσθανθήκαν καὶ γυρεύονταν·
τὸ αἷμα καὶ τὸ δέρμα μας ἐνόησαν.

Ἀλλὰ κρυφθήκαμε κ' οἱ δυό μας ταραγμένοι.




Στὸ Θέατρο

Βαρέθηκα νὰ βλέπω τὴν σκηνή,
καὶ σήκωσα τὰ μάτια μου στὰ θεωρεῖα.
Καὶ μέσα σ' ἕνα θεωρεῖο εἶδα σένα
μὲ τὴν παράξενη ἐμορφιά σου, καὶ τὰ διεφθαρμένα νειάτα.
Κι' ἀμέσως γύρισαν στὸν νοῦ μου πίσω
ὅσα μὲ εἴπανε τὸ ἀπόγευμα γιὰ σένα,
κ' ἡ σκέψις καὶ τὸ σῶμα μοῦ συγκινηθήκαν.
Κ' ἐνῷ ἐκύτταζα γοητευμένος
τὴν κουρασμένη σου ἐμορφιά, τὰ κουρασμένα νειάτα,
τὸ ντύσιμό σου τὸ ἐκλεκτικό,
σὲ φανταζόμουν καὶ σὲ εἰκόνιζα,
καθὼς μὲ εἴπανε τὸ ἀπόγευμα γιὰ σένα.




Ποσειδωνιάται

Ποσειδωνιάταις τοῖς ἐν τῷ Τυρρηνικὼ κόλ-
πῶ τὸ μὲν ἐξ ἀρχῆς Ἔλλησιν οὔσιν ἐκβαρβα-
ρῶσθαι Τυρρηνοὶς ἢ Ρωμαίοις γεγονόσι καί
τήν τε φωνὴν μεταβεβληκέναι, τά τε πολλά
τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἄγειν δὲ μιὰν τινα αὐ-
τοὺς τῶν ἑορτῶν τῶν Ἑλλήνων ἔτι καὶ νῦν,
ἐν ἡ συνιόντες ἀναμιμνήσκονται τῶν ἀρ-
χαίων ὀνομάτων τε καὶ νομίμων, ἀπολοφυ-
ράμενοι πρὸς ἀλλήλους καὶ δακρύσαντες
ἀπέρχονται

ΑΘΗΝΑΙΟΣ

Τὴν γλῶσσα τὴν ἑλληνικὴ οἱ Ποσειδωνιάται
ἐξέχασαν τόσους αἰῶνας ἀνακατευμένοι
μὲ Τυρρηνούς, καὶ μὲ Λατίνους, κι' ἄλλους ξένους.
Τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἔμενε προγονικό
ἦταν μιὰ ἑλληνικὴ γιορτή, μὲ τελετὲς ὡραῖες,
μὲ λύρες καὶ μὲ αὐλούς, μὲ ἀγῶνας καὶ στεφάνους.
Κ' εἶχαν συνήθειο πρὸς τὸ τέλος τῆς γιορτῆς
τὰ παλαιά τους ἔθιμα νὰ διηγοῦνται,
καὶ τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα νὰ ξαναλένε,
ποὺ μόλις πιά τα καταλάμβαναν ὀλίγοι.
Καὶ πάντα μελαγχολικὰ τελείων' ἡ γιορτή τους.
Γιατί θυμοῦνταν ποὺ κι' αὐτοὶ ἦσαν Ἕλληνες-
Ἰταλιῶται ἕναν καιρὸ κι' αὐτοί·
καὶ τώρα πῶς ἐξέπεσαν, πῶς ἔγιναν,
νὰ ζοῦν καὶ νὰ ὁμιλοῦν βαρβαρικά
βγαλμένοι -ὦ συμφορά!- ἀπ' τὸν ἑλληνισμό.




Τὸ Τέλος τοῦ Ἀντωνίου

Ἀλλὰ σὰν ἄκουσε ποὺ ἐκλαίγαν ἡ γυναῖκες
καὶ γιὰ τὸ χάλι του ποὺ τὸν θρηνοῦσαν,
μὲ ἀνατολίτικες χειρονομίες ἡ κερά,
κ' ἡ δοῦλες μὲ τὰ ἑλληνικά τα βαρβαρίζοντα,
ἡ ὑπερηφάνεια μὲς στὴν ψυχή του
σηκώθηκεν, ἀηδίασε τὸ ἰταλικό του αἷμα,
καὶ τὸν ἐφάνηκαν ξένα κι ἀδιάφορα
αὐτὰ ποὺ ὡς τότε λάτρευε τυφλά -
ὅλ' ἡ παράφορη Ἀλεξανδρεινὴ ζωὴ τοῦ -
κ' εἶπε «Νὰ μὴν τὸν κλαῖνε. Δὲν ταιριάζουν τέτοια.
Μὰ νὰ τὸν ἐξυμνοῦνε πρέπει μᾶλλον,
ποὺ ἐστάθηκε μεγάλος ἐξουσιαστής,
κι ἀπέκτησε τόσ' ἀγαθὰ καὶ τόσα.
Καὶ τώρα ἂν ἔπεσε, δὲν πέφτει ταπεινά,
ἀλλὰ Ρωμαῖος ἀπὸ Ρωμαῖο νικημένο[ς]».




27 Ἰοὐνίου 1906, 2 μ.μ.

Σὰν τόφεραν οἱ Χριστιανοὶ νὰ τὸ κρεμάσουν
τὸ δεκαεφτὰ χρονὼ ἀθῶο παιδί,
ἡ μάνα του ποὺ στὴν κρεμάλα ἐκεῖ κοντά
σέρνονταν καὶ χτυπιοῦνταν μὲς στὰ χώματα
κάτω ἀπ' τὸν μεσημεριανό, τὸν ἄγριον ἥλιο
πότε οὔρλιαζε, καὶ κραύγαζε σὰ λύκος, σὰ θηρίο
καὶ πότε ἐξαντλημένη ἡ μάρτυσσα μοιρολογοῦσε
«Δεκαφτὰ χρόνια μοναχὰ μὲ τάζησες παιδί μου».
Κι ὅταν τὸ ἀνέβασαν τὴν σκάλα τῆς κρεμάλας
κ' ἐπέρασάν το τὸ σκοινὶ καὶ τόπνιξαν
τὸ δεκαεφτὰ χρονὼ ἀθῶο παιδί,
κ' ἐλεεινὰ κρεμνιούνταν στὸ κενόν
μὲ τοὺς σπασμοὺς τῆς μαύρης του ἀγωνίας
τὸ ἐφηβικὸν ὡραῖα καμωμένο σῶμα,
ἡ μάνα ἡ μάρτυσσα κυλιούντανε στὰ χώματα
καὶ δὲν μοιρολογοῦσε πιὰ γιὰ χρόνια τώρα·
«Δεκαφτὰ μέρες μοναχά», μοιρολογοῦσε,
«δεκαφτὰ μέρες μοναχὰ σὲ χάρηκα παιδί μου».




Κρυμμένα

Ἀπ' ὅσα ἔκαμα κι ἀπ' ὅσα εἶπα
νὰ μὴ ζητήσουνε νὰ βροῦν ποιός ἤμουν.
Ἐμπόδιο στέκονταν καὶ μεταμόρφωνε
τὲς πράξεις καὶ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μου.
Ἐμπόδιο στέκονταν καὶ σταματοῦσε μέ
πολλὲς φορὲς ποὺ πήγαινα νὰ πῶ.
Ἡ πιὸ ἀπαρατήρητές μου πράξεις
καὶ τὰ γραψίματά μου τα πιὸ σκεπασμένα -
ἀπὸ ἐκεῖ μονάχα θὰ μὲ νοιώσουν.
Ἀλλὰ ἴσως δὲν ἀξίζει νὰ καταβληθεῖ
τόση φροντὶς καὶ τόσος κόπος νὰ μὲ μάθουν.
Κατόπι -στὴν τελειωτέρα κοινωνία-
κανένας ἄλλος καμωμένος σὰν ἐμένα
βέβαια θὰ φανεῖ κ' ἐλεύθερα θὰ κάμει.




Ἔρωτος Ἄκουσμα

Στοῦ δυνατοῦ ἔρωτος τὸ ἄκουσμα τρέμε καὶ συγκινήσου
σὰν αἰσθητῆς. Ὅμως, εὐτυχισμένος,
θυμήσου πόσα ἡ φαντασία σοῦ σ' ἔπλασσεν· αὐτά
πρῶτα· κ' ἔπειτα τ' ἄλλα -πιὸ μικρά- ποὺ στὴν ζωή σου
ἐπέρασες κι' ἀπόλαυσες, τ' ἀληθινότερα κι' ἁπτά.-
Ἀπὸ τοὺς τέτοιους ἔρωτας δὲν ἤσουν στερημένος.




«Τὰ δ' ἄλλα ἐν Ἅδοὺ τοῖς κάτω μυθήσομαι»

«Τωόντι», εἴπ' ὁ ἀνθύπατος, κλείοντας τὸ βιβλίο, «αὐτός
ὁ στίχος εἶν' ὡραῖος καὶ πολὺ σωστός·
τὸν ἔγραψεν ὁ Σοφοκλῆς βαθυὰ φιλοσοφῶντας.
Πόσα θὰ πούμ' ἐκεῖ, πόσα θὰ πούμ' ἐκεῖ,
καὶ πόσο θὰ φανοῦμε διαφορετικοί.
Αὐτὰ ποὺ ἐδῶ σὰν ἄγρυπνοι φρουροὶ βαστοῦμε,
πληγὲς καὶ μυστικὰ ποὺ μέσα μας σφαλνοῦμε,
μὲ καθημερινὴ ἀγωνία βαρυά,
ἐλεύθερα ἐκεῖ καὶ καθαρὰ θὰ ποῦμε».

«Πρόσθεσε», εἶπε ὁ σοφιστής, μισοχαμογελῶντας,
«ἂν τέτοια λὲν ἐκεῖ, ἂν τοὺς μέλλει πιά».




Ἔτσι

Στὴν ἄσεμνην αὐτὴ φωτογραφία ποὺ κρυφά
στὸν δρόμο (ὁ ἀστυνόμος νὰ μὴ δεῖ) πουλήθηκε,
στὴν πορνικὴν αὐτὴ φωτογραφία
πῶς βρέθηκε τέτοιο ἕνα πρόσωπο
τοῦ ὀνείρου· ἐδῶ πῶς βρέθηκες ἐσύ.

Ποιός ξέρει τί ξευτελισμένη, πρόστυχη ζωὴ θὰ ζεῖς·
τί ἀπαίσιο θάταν τὸ περιβάλλον
ὅταν θὰ στάθηκες νὰ σὲ φωτογραφήσουν·
τί ποταπὴ ψυχὴ θὰ εἶν' ἡ δική σου.
Μὰ μ' ὅλα αὐτά, καὶ πιότερα, γιὰ μένα μένεις
τὸ πρόσωπο τοῦ ὀνείρου, ἡ μορφή
γιὰ ἑλληνικὴ ἡδονὴ πλασμένη καὶ δοσμένη -
ἔτσι γιὰ μένα μένεις καὶ σὲ λέγ' ἡ ποίησίς μου.




Ἐπάνοδος ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα

Ὥστε κοντεύουμε νὰ φθάσουμ' Ἔρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρῶ· ἔτσ' εἶπε ὁ πλοίαρχος.
Τοὐλάχιστον στὴν θάλασσά μας πλέουμε·
νερὰ τῆς Κύπρου, τῆς Συρίας, καὶ τῆς Αἰγύπτου,
ἀγαπημένα τῶν πατρίδων μας νερά.
Γιατί ἔτσι σιωπηλός; Ρώτησε τὴν καρδιά σου
ὅσο ποὺ ἀπ' τὴν Ἑλλάδα μακρυνόμεθαν
δὲν χαίροσουν καὶ σύ; Ἀξίζει νὰ γελοιούμαστε;-
αὐτὸ δὲν θάταν βέβαια ἑλληνοπρεπές.

Ἂς τὴν παραδεχθοῦμε τὴν ἀλήθεια πιά·
εἴμεθα Ἕλληνες κ' ἐμεῖς -τί ἄλλο εἴμεθα;-
ἀλλὰ μὲ ἀγάπες καὶ μὲ συγκινήσεις τῆς Ἀσίας,
ἀλλὰ μὲ ἀγάπες καὶ μὲ συγκινήσεις
ποὺ κάποτε ξενίζουν τὸν ἑλληνισμό.

Δὲν μᾶς ταιριάζει, Ἔρμιππε, ἐμᾶς τοὺς φιλοσόφους
νὰ μοιάζουμε σὰν κάτι μικροβασιλεῖς μας
(θυμᾶσαι πῶς γελούσαμε μὲ δαύτους
σὰν ἐπισκέπτονταν τὰ σπουδαστήριά μας)
ποὺ κάτω ἀπ' τὸ ἐξωτερικό τους τὸ ἐπιδεικτικά
ἑλληνοποιημένο, καὶ (τί λόγος!) μακεδονικό
καμιὰ Ἀραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιὰ Μηδία ποὺ δὲν περιμαζεύεται,
καὶ μὲ τί κωμικὰ τεχνάσματα οἱ καϋμένοι
πασχίζουν νὰ μὴ παρατηρηθεῖ.

Α ὄχι δὲν ταιριάζουνε σ' ἐμᾶς αὐτά.
Σ' Ἕλληνας σὰν κ' ἐμᾶς δὲν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Τὸ αἷμα τῆς Συρίας καὶ τῆς Αἰγύπτου
ποὺ ρέει μὲς στὲς φλέβες μας νὰ μὴ ντραποῦμε,
νὰ τὸ τιμήσουμε καὶ νὰ τὸ καυχηθοῦμε.




Φυγάδες

Πάντα ἡ Ἀλεξάνδρεια εἶναι. Λίγο νὰ βαδίσεις
στὴν ἴσια της ὁδὸ ποὺ στὸ Ἱπποδρόμιο παύει,
θὰ δεῖς παλάτια καὶ μνημεῖα ποὺ θ' ἀπορήσεις.
Ὅσο κι ἂν ἔπαθεν ἀπ' τοὺς πολέμους βλάβη
ὅσο κι ἂν μίκραινε, πάντα θαυμάσια χώρα.
Κ' ἔπειτα μ' ἐκδρομές, καὶ μὲ βιβλία,
καὶ μὲ σπουδὲς διάφορες περνᾶ ἡ ὥρα.
Τὸ βράδυ μαζευόμεθα στὴν παραλία
ἡμεῖς οἱ πέντε (μὲ ὀνόματα ὅλοι
πλαστὰ βεβαίως) κι ἄλλοι μερικοὶ Γραικοί
ἀπ' τοὺς ὀλίγους ὅπου μείνανε στὴν πόλι.
Πότε μιλοῦμε γιὰ ἐκκλησιαστικὰ (κάπως λατινικοί
μοιάζουν ἐδῶ), πότε φιλολογία.
Προχθές του Νόννου στίχους ἐδιαβάζαμε.
Τί εἰκόνες, τί ρυθμός, τί γλῶσσα, τί ἁρμονία.
Ἐνθουσιασμένοι τον Πανοπολίτην ἐθαυμάζαμε.
Ἔτσι περνοῦν ἡ μέρες, κ' ἡ διαμονή
δυσάρεστη δὲν εἶναι, γιατί, ἐννοεῖται,
δὲν πρόκειται νάναι παντοτεινή.
Καλὲς εἰδήσεις λάβαμε, καὶ εἴτε
ἀπὸ τὴν Σμύρνη κάτι γίνει τώρα, εἴτε τὸν Ἀπρίλιο
οἱ φίλοι μας κινήσουν ἀπ' τὴν Ἤπειρο, τὰ σχέδιά μας
ἐπιτυγχάνουν, καὶ τὸν ρίχνουμεν εὐκόλως τὸν Βασίλειο.
Καὶ τότε πιὰ κ' ἐμᾶς θάρθ' ἡ σειρά μας.




Κι ἀκούμπησα καὶ πλάγιασα στὲς κλῖνες των

Στῆς ἡδονῆς τὸ σπίτι ὅταν μπῆκα,
δὲν ἔμεινα στὴν αἴθουσα ὅπου γιορτάζουν
μὲ κάποια τάξιν ἀναγνωρισμένοι ἔρωτες.

Στὲς κάμαρες ἐπῆγα τὲς κρυφές
κι ἀκούμπησα καὶ πλάγιασα στὲς κλῖνες των.

Στὲς κάμαρες ἐπῆγα τὲς κρυφές
ποὺ τώχουν γιὰ ντροπὴ καὶ νὰ τὲς ὀνομάσουν.
Μὰ ὄχι ντροπὴ γιὰ μένα -γιατί τότε
τί ποιητὴς καὶ τί τεχνίτης θάμουν;
Καλλίτερα ν' ἀσκήτευα. Θάταν πιὸ σύμφωνο
πολὺ πιὸ σύμφωνο μὲ τὴν ποίησί μου·
παρὰ μὲς στὴν κοινότοπην αἴθουσα νὰ χαρῶ.




Μισὴ Ὥρα

Μήτε σὲ ἀπέκτησα, μήτε θὰ σὲ ἀποκτήσω
ποτέ, θαρρῶ. Μερικὰ λόγια, ἕνα πλησίασμα
ὅπως στὸ μπὰρ προχθές, καὶ τίποτε ἄλλο.
Εἶναι, δὲν λέγω, λύπη. Ἀλλὰ ἐμεῖς τῆς Τέχνης
κάποτε μ' ἔντασι τοῦ νοῦ, καὶ βέβαια μόνο
γιὰ λίγην ὥρα, δημιουργοῦμεν ἡδονήν
ἡ ὁποία σχεδὸν σὰν ὑλικὴ φαντάζει.
Ἔτσι στὸ μπὰρ προχθές -βοηθῶντας κιόλας
πολὺ ὁ εὐσπλαχνικὸς ἀλκολισμός-
εἶχα μισὴ ὥρα τέλεια ἐρωτική.
Καὶ τὸ κατάλαβες μὲ φαίνεται,
κ' ἔμεινες κάτι περισσότερον ἐπίτηδες.
Ἦταν πολλὴ ἀνάγκη αὐτό. Γιατί
μ' ὅλην τὴν φαντασία, καὶ μὲ τὸ μάγο οἰνόπνευμα,
χρειάζονταν νὰ βλέπω καὶ τὰ χείλη σου,
χρειάζονταν νάναι τὸ σῶμα σου κοντά.




Σπίτι μὲ Κῆπον

Ἤθελα νάχω ἕνα σπίτι ἐξοχικό
μ' ἕναν πολὺ μεγάλο κῆπο - ὄχι τόσο
γιὰ τὰ λουλούδια, γιὰ τὰ δένδρα, καὶ τὲς πρασινάδες
(βέβαια νὰ βρίσκονται κι αὐτὰ· εἶν' εὐμορφότατα)
ἀλλὰ γιὰ νάχω ζῶα. Α νάχω ζῶα!
Τοὐλάχιστον ἑπτὰ γάτες - ἡ δυὸ κατάμαυρες,
καὶ δυὸ σὰν χιόνι κάτασπρες, γιὰ τὴν ἀντίθεσι.
Ἕναν σπουδαῖο παπαγάλλο, νὰ τὸν ἀγροικῶ
νὰ λέγει πράγματα μ' ἔμφασι καὶ πεποίθησιν.
Ἀπὸ σκυλιά, πιστεύω τρία θὰ μ' ἔφθαναν.
Θάθελα καὶ δυὸ ἄλογα (καλὰ εἶναι τ' ἀλογάκια).
Κ' ἐξ ἅπαντος τρία, τέσσαρα ἀπ' τ' ἀξιόλογα
τὰ συμπαθητικὰ ἐκεῖνα ζῶα, τὰ γαϊδούρια,
νὰ κάθονται ὀκνά, νὰ χαῖροντ' ἡ κεφαλές των.




Μεγάλη Ἑορτὴ στοῦ Σωσιβίου

Ὡραῖον ἦτο τὸ ἀπόγευμά μου, λίαν
ὡραῖον. Τὴν Ἀλεξανδρινὴ θάλασσαν ἡδέως λείαν

ἀγγίζει ἐλαφρότατα, θωπεύει ἡ κώπη.
Χρειάζεται μιὰ τέτοια ἀνάπαυσις: εἶναι βαρεῖς οἱ κόποι.

Νὰ βλέπουμε κι ἀθῶα κάποτε τὰ πράγματα, καὶ ἤπια.
Βράδυασεν ὅμως, δυστυχῶς. Νά, καὶ τὸν οἶνον ὅλον ἤπια,

δὲν ἔμεινε μὲς στὴν φιάλη μου μιὰ στάλα.
Εἶν' ἡ ὥρα νὰ στραφοῦμεν, οἴμοι!, στ' ἄλλα.

Ἔνδοξος οἶκος (ὁ περιφανὴς Σωσίβιος κ' ἡ καλή
συμβία του· ἔτσι νὰ λέμε) εἰς ἑορτήν του μᾶς καλεῖ.

Στὲς ραδιουργίες μας πρέπει νὰ πᾶμε πάλι -
νὰ ξαναπιάσουμε τὴν ἀνιαρὰ πολιτική μας πάλη.




Συμεών

Τὰ ξέρω, ναί, τὰ νέα ποιήματά του·
ἐνθουσιάσθηκεν ἡ Βηρυτὸς μ' αὐτά.
Μιὰν ἄλλη μέρα θὰ τὰ μελετήσω.
Σήμερα δὲν μπορῶ γιατ' εἶμαι κάπως ταραγμένος.

Ἀπ' τον Λιβάνιο πιὸ ἑλληνομαθὴς εἶναι βεβαίως.
Ὅμως καλλίτερος κι ἀπ' τον Μελέαγρο; Δὲν πιστεύω.

Ἄ, Μέβη, τί Λιβάνιος! καὶ τί βιβλία!
καὶ τί μικρότητες!... Μέβη ἤμουν χθές -
ἡ τύχη τώφερε - κάτω ἀπ' τοῦ Συμεῶν τὸν στῦλο.

Χώθηκα ἀνάμεσα στοὺς Χριστιανούς
ποὺ σιωπηλοὶ προσεύχονταν κ' ἐλάτρευαν,
καὶ προσκυνοῦσαν· πλὴν μὴ ὄντας Χριστιανός
τὴν ψυχικὴ γαλήνη των δὲν εἶχα -
κ' ἔτρεμα ὁλόκληρος καὶ ὑπόφερνα·
κ' ἔφριττα, καὶ ταράττομουν, καὶ παθαινόμουν.

Α μὴ χαμογελᾶς· τριάντα πέντε χρόνια, σκέψου -
χειμῶνα, καλοκαίρι, νύχτα, μέρα, τριάντα πέντε
χρόνια ἐπάνω σ' ἕναν στῦλο ζεῖ καὶ μαρτυρεῖ.
Πρὶν γεννηθούμ' ἐμεῖς - ἐγὼ εἶμαι εἴκοσι ἐνιὰ ἐτῶν,
ἐσὺ θαρρῶ εἶσαι νεότερος μοῦ -
πρὶν γεννηθούμ' ἐμεῖς, φαντάσου το,
ἀνέβηκεν ὁ Συμεῶν στὸν στῦλο
κ' ἔκτοτε μένει αὐτοῦ ἐμπρὸς εἰς τὸν Θεό.

Δὲν ἔχω σήμερα κεφάλι γιὰ δουλειά.-
Πλὴν τοῦτο, Μέβη, κάλλιο νὰ τὸ πεῖς
ποὺ ὅ,τι κι ἂν λὲν οἱ ἄλλοι σοφισταί,
ἐγὼ τὸν παραδέχομαι τὸν Λάμονα
γιὰ πρῶτο τῆς Συρίας ποιητῆ.




Ὁ Δεμένος Ὦμός

Εἶπε ποὺ χτύπησε σὲ τοῖχον ἢ ποὺ ἔπεσε.
Μὰ πιθανὸν ἡ αἰτία νάταν ἄλλη
τοῦ πληγωμένου καὶ δεμένου ὤμου.

Μὲ μιὰ κομμάτι βίαιη κίνησιν,
ἀπ' ἕνα ράφι γιὰ νὰ καταιβάσει κάτι
φωτογραφίες ποὺ ἤθελε νὰ δεῖ ἀπὸ κοντά,
λύθηκεν ὁ ἐπίδεσμος κ' ἔτρεξε λίγο αἷμα.

Ξανάδεσα τὸν ὦμο, καὶ στὸ δέσιμο
ἀργοῦσα κάπως· γιατί δὲν πονοῦσε,
καὶ μ' ἄρεζε νὰ βλέπω τὸ αἷμα. Πρᾶγμα
τοῦ ἔρωτός μου τὸ αἷμα ἐκεῖνο ἦταν.

Σὰν ἔφυγε ηὗρα στὴν καρέγλα ἐμπρός,
ἕνα κουρέλλι ματωμένο, ἀπ' τὰ πανιά,
κουρέλλι ποὺ ἔμοιαζε γιὰ τὰ σκουπίδια κατ' εὐθεῖαν·
καὶ ποὺ στὰ χείλη μου τὸ πῆρα ἐγώ,
καὶ ποὺ τὸ φύλαξα ὥρα πολλή -
τὸ αἷμα τοῦ ἔρωτος στὰ χείλη μοῦ ἐπάνω.




Νομίσματα

Νομίσματα μὲ ἰνδικὲς ἐπιγραφές.
Εἶναι κραταιοτάτων μοναρχῶν,
τοῦ Ἐβουκρατιντάζα, τοῦ Στρατάγα,
τοῦ Μεναντράζα, τοῦ Ἐραμαϊάζα.
Ἔτσι μᾶς ἀποδίδει τὸ σοφὸ βιβλίον,
τὴν ἰνδικὴ γραφὴ τῆς μιᾶς μεριᾶς τῶν νομισμάτων.
Μὰ τὸ βιβλίο μας δείχνει καὶ τὴν ἄλλην
ποὺ εἶναι κιόλας κ' ἡ καλὴ μεριά
μὲ τὴν μορφὴ τοῦ βασιλέως. Κ' ἐδῶ πῶς σταματᾶ εὐθύς,
πῶς συγκινεῖται ὁ Γραικὸς ἑλληνικὰ διαβάζοντας,
Ἐρμαῖος, Εὐκρατίδης, Στράτων, Μένανδρος.




Πάρθεν

Αὐτὲς τὲς μέρες διάβαζα δημοτικὰ τραγούδια,
γιὰ τ' ἆθλα τῶν κλεφτῶν καὶ τοὺς πολέμους,
πράγματα συμπαθητικὰ· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα καὶ τὰ πένθιμα γιὰ τὸν χαμὸ τῆς Πόλης
«Πῆραν τὴν Πόλη,πήραν την· πῆραν την Σαλονίκη».
Καὶ τὴν Φωνὴ ποὺ ἐκεῖ ποὺ οἱ δυὸ ἐψέλναν,
«ζερβὰ ὁ βασιληάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»,
ἀκούσθηκε κ' εἶπε νὰ πάψουν πιά
«πάψτε παπᾶδες τὰ χαρτιὰ καὶ κλεῖστε τα βαγγέλια»
πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν την Σαλονίκη.

Ὅμως ἀπ' τ' ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ἆσμα
τὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλῶσσα
καὶ μὲ τὴν λύπη τῶν Γραικῶν τῶν μακρυνῶν ἐκείνων
ποὺ ἴσως ὅλο πίστευαν ποὺ θὰ σωθοῦμε ἀκόμη.

Μὰ ἀλοίμονον μοιραῖον πουλὶ «ἀπαί την Πόλην ἔρται»
μὲ στὸ «φτερούλιν ἀθε χαρτὶν περιγραμμένον
κι οὐδὲ στὴν ἄμπελον κονεύ' μηδὲ στὸ περιβόλι
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν στοῦ κυπαρίσ' τὴν ρίζαν».
Οἱ ἀρχιερεῖς δὲν δύνανται (ἢ δὲν θέλουν) νὰ διαβάσουν
«Χέρας υἱὸς Γιανίκας ἕν» αὐτὸς τὸ παίρνει τὸ χαρτί,
καὶ τὸ διαβάζει κι ὁλοφύρεται.
«Σίτ' ἀναγνώθ' σίτ' ἀνακλαίγ' σίτ' ἀνακρούγ' την κάρδιαν.
Ν' ἀοιλλὴ ἐμᾶς νὰ βάϊ ἐμᾶς ἡ Ρωμανία πάρθεν».




Ἀπ’ τὸ Συρτάρι

Ἐσκόπευα στῆς κάμαράς μου ἕναν τοῖχο νὰ τὴν θέσω.

Ἀλλὰ τὴν ἔβλαψεν ἡ ὑγρασία τοῦ συρταριοῦ.

Σὲ κάδρο δὲν θὰ βάλλω τὴν φωτογραφία αὐτή.

Ἔπρεπε πιὸ προσεκτικὰ νὰ τὴν φυλάξω.

Αὐτὰ τὰ χείλη, αὐτὸ τὸ πρόσωπο -
α γιὰ μέρα μόνο, γιὰ μιὰν ὥρα
μόνο, νὰ ἐπέστρεφε τὸ παρελθόν τους.

Σὲ κάδρο δὲν θὰ βάλλω τὴν φωτογραφία αὐτή.

Θὰ ὑποφέρω νὰ τὴν βλέπω ἔτσι βλαμένη.

Ἄλλωστε, καὶ βλαμένη ἂν δὲν ἦταν,
θὰ μ' ἐνοχλοῦσε νὰ προσέχω μὴ τυχὸν καμιά
λέξις, κανένας τόνος τῆς φωνῆς προδόσει -
ἂν μὲ ρωτούσανε ποτὲ γι' αὐτήν.

Τὰ Ἀποκηρυγμένα (1886-1898)




Βακχικόν

Ἀπὸ τοῦ κόσμου κεκμηκὼς τὴν πλάνον ἀστασίαν,
ἐντὸς τοῦ ποτηρίου μου εὗρον τὴν ἡσυχίαν·
ζωὴν κ' ἐλπίδα ἐν αὐτῷ καὶ πόθους ἐσωκλείω·
δότε νὰ πίω.

Μακρὰν ἐδῶ τῶν συμφορῶν, τῶν θυελλῶν τοῦ βίου,
αἰσθάνομ' ὡς διασωθεῖς ναύτης ἐκ ναυαγίου
κ' ἐν ἀσφαλεῖ εὑρισκόμενος ἐντὸς λιμένος πλοίῳ.
Δὸς μοὶ νὰ πίω.

Ὦ! ὑγιὴς τοῦ οἴνου μου ζέσις, ἀπομακρύνεις
πᾶσαν ψυχρὰν ἐπιρροήν. Φθόνου ἢ καταισχύνης,
ἢ μίσους, ἢ διαβολῶν, δὲν μὲ ἐγγίζει κρύο·
δότε νὰ πίω.

Τὴν ἄχαριν ἀλήθειαν γυμνὴν δὲν βλέπω πλέον.
Ἄλλην ἀπήλαυσα ζωήν, καὶ κόσμον ἔχω νέον·
ἐν τῶν ὀνείρων τῷ εὑρεῖ εὑρίσκομαι πεδίῳ -
δός, δὸς νὰ πίω!

Καὶ ἂν ἦναι δηλητήριον, καὶ ἂν εὕρω τὴν πικρίαν
τῆς τελευτῆς ἐντὸς αὐτοῦ, εὗρον πλὴν εὐτυχίαν,
τέρψιν, χαράν, καὶ ἔπαρσιν ἐν τῷ δηλητηρίῳ·
δότε νὰ πίω!




Ὁ Ποιητὴς καὶ ἡ Μοῦσα

Ὁ ΠΟΙΗΤΗΣ

Πρὸς τί καλόν, τί ὄφελος ἠθέλησεν ἡ τύχη,
κ' ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ μου ἐπλάσθην ποιητής;
Μάταιοι εἶν' οἱ λόγοι μου· τῆς λύρας μου οἱ ἦχοι
αὐτοὶ οἱ μουσικώτεροι δὲν εἶναι ἀληθεῖς.

Ἐὰν θελήσω εὐγενὲς αἴσθημα νὰ ὑμνήσω,
ὄνειρα εἶν', αἰσθάνομαι, ἡ δόξα κ' ἡ ἀρετή.
Παντοῦ ἀπογοήτευσιν εὐρίσκ' ὅπου ἀτενίσω,
κ' ἐπὶ ἀκάνθων πανταχοῦ ὁ ποῦς μου ὀλισθεῖ.

Ἡ γῆ 'ναι σφαῖρα σκοτεινή, ψυχρά τε καὶ δολία.
Τὰ ἄσματά μου πλανερὰ τοῦ κόσμου εἶν' εἰκῶν.
Ἔρωτα ψάλλω καὶ χαράν. Ἀθλία παρωδία,
ἀθλία λύρα, ἕρμαιον παντοίων ἀπατῶν!

Ἡ ΜΟΥΣΑ

Δὲν εἶσαι ψεύτης, ποιητά. Ὁ κόσμος τὸν ὁποῖον
ὁρᾷς ἐστὶν ὁ ἀληθής. Τῆς λύρας αἱ χορδαί
μόναι γνωρίζουν τ' ἀληθές, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν βίον
οἱ ἀσφαλεῖς μας ὁδηγοὶ μόναι εἰσὶν αὐταί.

Τοῦ θείου εἶσαι λειτουργός. Σοὶ ἔδωκε τὸν κλῆρον
τοῦ κάλλους καὶ τοῦ ἔαρος. Μελίρρυτος αὐδή
ρέει ἀπὸ τὰ χείλη σου, καὶ θησαυρεῖον μύρων
εἶσαι - χρυσῆ ὑπόσχεσις καὶ ἄνωθεν φωνή.

Ἐὰν ἡ γῆ καλύπτεται μὲ σκότος, μὴ φοβεῖσαι.
Μὴ ὅ,τι εἶναι ἔρεβος νόμιζε διαρκές.
Φίλε, πλησίον ἡδονῶν, ἀνθῶν, κοιλάδων εἶσαι·
θάρρει, καὶ βάδισον ἐμπρός. Ἰδοὺ τὸ λυκαυγές!

Ὁμίχλη μόνον ἐλαφρὰ τὸ βλέμμα σου τρομάζει.
Ὑπὸ τὸν πέπλον εὐμενὴς ἡ φύσις διὰ σέ
ρόδων, καὶ ἴων, κ' εὐγενῶν ναρκίσσων ἑτοιμάζει
στεφάνους, τῶν ἀσμάτων σου εὐώδεις ἀμοιβαί.




Κτίσται

Ἡ Πρόοδος οἰκοδομὴ εἶναι μεγάλη - φέρει
καθεὶς τὸν λίθον του· ὁ εἰς λόγους, βουλάς, ὁ ἄλλος
πράξεις - καὶ καθημερινῶς τὴν κεφαλήν της αἵρει
ὑψηλοτέραν. Θύελλα, ἀφνίδιός τις σάλος

ἐὰν ἐπέλθη, σωρηδὸν οἱ ἀγαθοὶ ἐργάται
ὁρμῶσι καὶ τὸ φροῦδον των ὑπερασπίζοντ' ἔργον.
Φροῦδον, διότι καθενὸς ὁ βίος δαπανᾶται
ὑπὲρ μελλούσης γενεᾶς, κακώσεις, πόνους στέργων,

ἵνα ἡ γενεὰ αὐτὴ γνωρίση εὐτυχίαν
ἄδολον, καὶ μακρὰν ζωήν, καὶ πλοῦτον, καὶ σοφίαν
χωρὶς ἱδρῶτα ποταπόν, ἢ δούλην ἐργασίαν.

Ἄλλ' ἡ μυθώδης γενεὰ οὐδέποτε θὰ ζήση·
ἡ τελειότης του αὐτὴ τὸ ἔργον θὰ κρημνίση
κ' ἐκ νέου πᾶς ὁ μάταιος κόπος αὐτῶν θ' ἀρχίση.




Λόγος καὶ Σιγή

Ἀζὰ κἂν ἐλκαλὰμ μιν φάντα, ἀσσουκοὺτ μιν ζαχάμπ.
ΑΡΑΒΙΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑ

«Εἶναι χρυσὸς ἡ σιωπὴ καὶ ἄργυρος ὁ λόγος.»

Τὶς βέβηλος προέφερε τοιαύτην βλασφημίαν;
τὶς χαυνωθεῖς Ἀσιανὸς παραιτηθεῖς εἰς μοῖραν
τυφλήν, βωβήν, τυφλός, βωβός; Ποῖος οἰκτρὸς παράφρων
ξένος τὴ ἀνθρωπότητι, τὴν ἀρετὴν ὑβρίζων,
χίμαιραν εἶπε τὴν ψυχήν, καὶ ἄργυρον τὸν λόγον;
Τὸ μόνον μας θεοπρεπὲς δώρημα, περιέχον
τὰ πάντα - ἐνθουσιασμόν, λύπην, χαράν, ἀγάπην·
ἐν τῇ ζωώδει φύσει μας ἀνθρώπινον το μόνον!
Σὺ ὅστις τὸν ἀποκαλεῖς ἄργυρον, δὲν πιστεύεις
τὸ μέλλον, λῦον τὴν σιγήν, μυστηριῶδες ρῆμα.
Σὺ ἐν σοφίᾳ δὲν τρυφείς, πρόοδος δὲν σὲ θέλγει·
μὲ τὴν ἀμάθειαν - χρυσῆν σιγήν - εὐχαριστεῖσαι.
Νοσεῖς. Εἶν' ἡ ἀναίσθητος σιγὴ βαρεῖα νόσος,
ἐνῷ ὁ Λόγος ὁ θερμός, ὁ συμπαθής, ὑγεία.
Σκιὰ καὶ νὺξ εἶν' ἡ Σιγὴ· ὁ Λόγος, ἡ ἡμέρα.
Ὁ Λόγος εἶν' ἀλήθεια, ζωή, ἀθανασία.
Λαλήσωμεν, λαλήσωμεν - σιγὴ δὲν μᾶς ἁρμόζει
ἀφοῦ εἰς τὸ ὁμοίωμα ἐπλάσθημεν τοῦ Λόγου.
Λαλήσωμεν λαλήσωμεν - ἀφοῦ λαλεῖ ἐντός μας
ἡ θεία σκέψις, τῆς ψυχῆς ἄϋλος ὁμιλία.




Σαμ ἐλ Νεσίμ

Τὸ ὠχρόν μας Μισίρι
μὲ βέλη ὁ ἥλιος πλήρη
πικρίας καὶ πείσματος καίει καὶ δέρει,
καὶ μὲ δίψαν καὶ νόσον τὸ καταπονεῖ.
Τὸ γλυκύ μας Μισίρι
ἐν μιὰ γελαστὴ πανηγύρει
μεθᾶ, λησμονεῖ, καὶ κοσμεῖται, καὶ χαίρει,
καὶ τὸν τύραννον ἥλιον περιφρονεῖ.

Τὸ εὐτυχὲς Σὰμ ἐλ Νεσὶμ τὴν ἄνοιξιν ἀγγέλλει,
τῆς ἐξοχῆς πανήγυρις ἀθῶα.
Κενούτ' ἡ Ἀλεξάνδρεια, κ' οἱ δρόμοι οἱ πυκνοί της.
Τὸ εὐτυχὲς Σὰμ ἐλ Νεσὶμ νὰ ἐορτάση θέλει
ὁ ἀγαθὸς Αἰγύπτιος καὶ γίνεται σκηνίτης.
Ἀπὸ παντοῦ ἐξέρχονται τ' ἀθρόα

τῶν φιλεόρτων τάγματα. Πληροῦται τὸ Γκαμπάρι
καὶ ἡ γλαυκή, ρεμβώδης Μαχμουδία.
Τὸ Μέξ, τὸ Μωχαρέμβεη, τὸ Ράμλιον πληροῦνται.
Καὶ ἀμιλλώντ' αἱ ἐξοχαὶ τὰ πλεῖστα τις θὰ πάρη
κάρρα, ἐφ' ὤν πλήθη λαοῦ εὐδαῖμον' ἀφικνοῦνται
ἐν σοβαρά, ἡσύχῳ εὐθυμία.

Διότι ὁ Αἰγύπτιος καὶ εἰς τὸ πανηγύρι
διατηρεῖ τὴν σοβαρότητά του.
Μ' ἄνθη κοσμεῖ τὸ φέσι του· ἀλλὰ τὸ πρόσωπόν του
εἶν' ἀπλανές. Μονότονον ἀσμάτιον μορμύρει,
χαρούμενος. Κέφι πολὺ ἔχ' εἰς τὸν λογισμόν του,
ὀλίγιστον εἰς τὰ κινήματά του.

Δὲν ἔχει τὸ Μισίρι μας πλουσίαν πρασινάδα,
δὲν ἔχει ρύακας τερπνοὺς ἢ βρύσεις,
δὲν ἔχει ὄρη ὑψηλὰ καὶ μὲ σκιὰν εὐρεῖαν.
Ἄλλ' ἔχει ἄνθη μαγικά, πύριν' ἀπὸ τὴν δᾶδα
τοῦ Φθὰ πεσόντα· πνέοντα ἄγνωστον εὐωδίαν
μύρα, ἐν οἰς λιποθυμεῖ ἡ φύσις.

Ἐν μέσῳ κύκλου θαυμαστῶν θερμῶς ἐπευφημεῖται
γλυκὺς μογάννι φήμης εὐρυτάτης.
Ἐν τῇ τρεμούσῃ τοῦ φωνὴ ἐρωτικαὶ ὀδύναι
στενάζουσι· τὸ ἆσμα του πικρὰ παραπονεῖται
κατὰ τῆς ἐλαφρᾶς Φατμὰ ἢ τῆς σκληρᾶς Ἐμίνε,
κατὰ τῆς Ζέναπ της πονηροτάτης.

Μὲ τὰς σκηνὰς τὰς σκιερᾶς καὶ τὸ ψυχρὸν σερμπέτι
διώκονται ὁ καύσων καὶ ἡ σκόνη.
Φεύγουν αἱ ὧραι ὡς στιγμαί, ὡς ἵπποι ἐσπευσμένοι
ἐν πεδιάδι ὁμαλή, καὶ ἡ λαμπρά των χαίτη
ἐπὶ τῆς πανηγύρεως φαιδρῶς ἐξαπλωμένη
τὸ εὐτυχὲς Σὰμ ἐλ Νεσὶμ χρυσώνει.

Τὸ ὠχρόν μας Μισίρι
μὲ βέλη ὁ ἥλιος πλήρη
πικρίας καὶ πείσματος καίει καὶ δέρει,
καὶ μὲ δίψαν καὶ νόσον τὸ καταπονεῖ.
Τὸ γλυκύ μας Μισίρι
ἐν μιὰ γελαστὴ πανηγύρει
μεθᾶ, λησμονεῖ, καὶ κοσμεῖται, καὶ χαίρει,
καὶ τὸν τύραννον ἥλιον περιφρονεῖ.




Ἀοιδός

Μακρὰν τοῦ κόσμου, τὸν μεθᾶ ποιητικὴ μαγεία·
ὁ κόσμος ὅλος δι' αὐτὸν εἶν' οἱ ὡραῖοι στίχοι.
Διὰ τὸν ἀοιδὸν αὐτῆς ἔκτισ' ἡ Φαντασία
ἄϋλον οἶκον στερεὸν ὀν δὲν κλονίζ' ἡ τύχη.

Θὰ εἴπετε· «Βίος ψυχρὸς καὶ μάταιος. Μωρία
τὸ νὰ νομίζης ἡ ζωὴ ὅτι αὐλοῦ εἶν' ἦχοι
τερπνοί, καὶ οὐδὲν ἄλλο·» ἢ «Ξηρὰ ἀναισθησία
μαστίζει ὅντινα ποτὲ πόνος δὲν κατατρύχει

τῆς πάλης τῆς ζωῆς.» Ἀλλὰ πλάνη καὶ ἀδικία
εἶναι ἡ κρίσις σας. Αὐτοῦ ἡ Φύσις εἶναι θεία.
Μὴ κρίνετ' ἐν τῇ λογικῇ, τυφλή σας ἀσθενεία.

Εἶν' ἐκ σμαράγδου μαγικοῦ του οἴκου του οἱ τοῖχοι -
καὶ ψιθυρίζουν ἐν αὐτοῖς φωναὶ· «Φίλε, ἠσύχει·
σκέπτου καὶ ψάλλε. Μυστικὲ ἀπόστολε, εὐψύχει!»




Vulnerant Omnes, Ultima Necat

Τῆς Βρούγκου ἡ μητρόπολις, ἢν πάλαι εἶχε κτίσει
δοὺξ Φλαμανδός τις ἰσχυρὸς καὶ ἀφειδῶς προικίσει,
ἔχει ἐν ὡρολόγιον μὲ ἀργυροῦς πυλῶνας
ὅπερ δεικνύει τὸν καιρὸν ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνας.
Εἶπε τὸ Ὡρολόγιον· «Εἶν' ἡ ζωή μου κρύα
καὶ ἄχρους, καὶ σκληρά.
Εἶναι ὁμοία δι' ἐμὲ πᾶσα τῆς γῆς ἡμέρα.
Παρασκευὴ καὶ Σάββατον, Κυριακή, Δευτέρα,
δὲν ἔχουσι διαφοράν. Ζῶ - χωρὶς νὰ ἐλπίζω.
Ἡ μόνη διασκέδασις, ἡ μόνη ποικιλία
εἶναι, ἐν τῇ μοιραίᾳ μου, πικρὰ μονοτονία,
τοῦ κόσμου ἡ φθορά.
Ὅτε τοὺς δείκτας μου νωθρῶς, ἐν μαρασμῷ γυρίζω
μοὶ φανερώνεται παντὸς γηίνου ἡ ἀπάτη.
Τέλος καὶ πτῶσις πανταχοῦ. Ἀτρύτου πάλης κρότοι,
στόνοι βομβοῦσι πέριξ μου - καὶ συμπεραίνω ὅτι
Πληγώνει πᾶσα ὥρα μου· φονεύει ἡ ἐσχάτη.»

Ἤκουσεν ὁ Ἀρχιερεὺς τὸν λόγον τὸν αὐθάδη
καὶ εἶπεν· «Ὡρολόγιον, ἡ γλώσσ' αὐτὴ ἀπάδει
εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν καὶ ὑψηλὴν σειράν σου.
Τοιαύτη σκέψις πονηρὰ εἰς τὴν διάνοιάν σου
πόθεν εἰσῆλθεν; ὦ μωρά, αἱρετικὴ ἰδέα!
Τὸ πνεῦμα σοῦ μ' ἀχλύν
πυκνὴν θὰ περιέβαλε πολύχρονος ἀνία.
Ἄλλην ἀποστολήν
ἐκ τοῦ Κυρίου, τῶν ὡρῶν ἔλαβεν ἡ χορεία.
Ἑκάστη ἀναζωπυρεὶ· γεννᾶ ἡ τελευταία.»




Καλός καὶ Κὰκὸς Καιρός

Δὲν μὲ πειράζει ἂν ἀπλώνη
ἔξω ὁ χειμῶνας καταχνιά, σύννεφα, καὶ κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει ἄνοιξι, χαρὰ ἀληθινή.
Τὸ γέλοιο εἶναι ἀκτῖνα, μαλαματένια ὅλη,
σὰν τὴν ἀγάπη ἄλλο δὲν εἶναι περιβόλι,
τοῦ τραγουδιοῦ ἡ ζέστη ὅλα τὰ χιόνια λυώνει.

Τί ὠφελεῖ ὁποὺ φυτρώνει
λουλούδια ἔξω ἡ ἄνοιξις καὶ σπέρνει πρασινάδα!
Ἔχω χειμῶνα μέσα μου σὰν ἡ καρδιὰ πονεῖ.
Ὁ στεναγμὸς τὸν ἥλιο τὸν πιὸ λαμπρὸ σκεπάζει,
σὰν ἔχεις λύπη ὁ Μάης μὲ τὸν Δεκέμβρη μοιάζει,
πιὸ κρύα εἶναι τὰ δάκρυα ἀπὸ τὸ κρύο χιόνι.




Τιμόλαος ὁ Συρακούσιος

Εἶν'ο Τιμόλαος ὁ πρῶτος μουσικός
τῆς πρώτης πόλεως τῆς Σικελίας.
Οἱ Ἕλληνες τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος μας,
ἐκ Νεαπόλεως, καὶ Μασσαλίας,
ἐκ Τάραντος, Πανόρμου, καὶ Ἀκράγαντος,
καὶ ἐξ ὅσων ἄλλων πόλεων τὰς ὄχθας
τῆς Ἑσπερίας στέφουσι μ' ἑλληνισμόν,
σπεύδουν ἀθρόοι εἰς τὰς Συρακούσας,
ν' ἀκροασθῶσι τοῦ ἐνδόξου μουσικοῦ.
Σοφώτατος ἐν λύρᾳ καὶ κιθάρει,
γνωρίζει ἔτι τὸν λεπτὸν ἠμίοπον,
τὸν τρυφερὸν ἐν τρυφεροῖς αὐλοῖς. Ἐξάγει
ἀπὸ τὸν γίγγραν μελωδίαν κλαίουσαν.
Καὶ ὅτε ἐν χερσί την μάγαδίν του
λαμβάνει, αἱ χορδαὶ αὐτῆς τὴν ποίησιν
ἐκπέμπουν τῆς θερμῆς Ἀσίας - μύησιν
ἡδυπάθειας καὶ γλυκείας ρέμβης,
τῶν Ἐκβατάνων καὶ τῆς Νίνου ἄρωμα.
Ἀλλὰ ἐν μέσῳ τῶν ἐπαίνων τῶν πολλῶν,
ἐν μέσῳ τῶν πολυταλάντων δώρων,
περίλυπος εἶν' ὁ καλὸς Τιμόλαος.
Γενναῖος Σάμιος δὲν τὸν εὐφραίνει,
καὶ σιωπῶν προσβάλλει τὸ συμπόσιον.
Ἀόριστός τις λύπη τὸν κατέχει,
ἡ λύπη τῆς πολλῆς ἀδυναμίας του.
Κενὰ αἰσθάνεται τὰ ὄργανά του,
ἐνῷ πληροῦται ἡ ψυχή του μουσικῆς.
Τοὺς μυστικούς του ἤχους νὰ ἐκχύση,
μάτην παλαίει μετὰ πόνου κ' ἐμμονῆς·
αἱ τελειότεραί του ἁρμονίαι μένουν
βωβαὶ κ' ὑπολανθάνουσαι ἐντὸς αὐτοῦ.
Τὸ δὲ ἐνθουσιῶν πλῆθος θαυμάζει
ὅσα ἐκεῖνος ψέγει καὶ περιφρονεῖ.
Τὸν θορυβεῖ ἐπαίνων βοερὰ φωνή,
κ' ἐν μέσῳ τῶν πολυταλάντων δώρων
ἀφηρημένος ἵσταται ὁ μουσικός.




Ἡ Ψῆφος τῆς Ἀθηνᾶς

Ὅτε τὸ δίκαιον λύσεως ἀμοιρεί,
ὅτε ἡ κρίσις τῶν ἀνθρώπων ἀπορεῖ
καὶ ἀνωτέρας ἀρωγῆς καὶ φώτων χρήζει,
οἱ δικασταὶ σιγῶσιν ἀσθενεῖς, μικροί,
κ' ἡ εὐσπλαγχνία τῶν Θεῶν ἀποφασίζει.

Εἰς τοὺς δημότας Ἀθηνῶν εἴπ' ἡ Παλλάς·
«Τὸ δικαστήριόν σας ἵδρυσα. Ἑλλάς
ἢ ἄλλη πόλις ἐνδοξότερον ποτέ
δὲν θέλει ἀποκτήσει. Ἄνδρες δικασταί,
φανείτ' ἀντάξιοι αὐτοῦ. Ἀνοίκεια
πάθη ἀπαρνηθεῖτε. Ἐπιείκεια
τὸ δίκαιον νὰ συνοδεύη. Αὐστηρά
ἂν ἤν' ἡ κρίσις σας, ἂς ἦναι καθαρά
ἐπίσης - ὡς ἀδάμας ἄσπιλος, ἁγνή.
Τὸ ἔργον σᾶς εἰς τ' ἀγαθὰ καὶ εὐγενῆ
νὰ ἦναι ὁδηγία, καὶ διοίκησις
σώφρων. Οὐδέποτε μωρὰ ἐκδίκησις.»

Ἀπήντησαν ἐν συγκινήσει οἱ ἀστοί·
«Ω δέσποινα, ὁ νοῦς ἡμῶν ἀδυνατεῖ
εὐγνωμοσύνης φόρον ν' εὕρη ἐπαρκῆ
εἰς τὴν λαμπρὰν εὐεργεσίαν.»

Ἡ γλαυκή
τοὺς ὀφθαλμοὺς θεὰ ἀπήντησε· «Θνητοί,
τὸ Θεῖον ἐξ ὑμῶν μισθὸν δὲν ἀπαιτεῖ.
Ἐνάρετοι καὶ ἀμερόληπτοι ἐστέ·
τοῦτο μ' ἀρκεῖ. Ἐξ ἄλλου, ἄνδρες δικασταί,
ψήφου μιᾶς ἐφύλαξα δικαίωμα.»

Εἶπον οἱ δικασταὶ· «Εἰς τὸ στερέωμα
τὸ ἀστερόεν ζῶσα, παρ' ἡμῖν, Θεά,
ἐνταῦθα πῶς ψηφίσεις;»

«Μὴ σᾶς ἀνιά
ἡ ἀπορία αὕτη. Ἐγκρατὴς εἰμί
ἐν τῷ ψηφίζειν. Ἄλλ' ἂν εὑρεθῇ στιγμή
καθ' ἢν διαιρεθήτ' εἰς δύο σώματα,
οἱ μὲν ὑπέρ, οἱ δὲ κατά, τὰ δώματα
χωρὶς ν' ἀφίσω τ' οὐρανοῦ, ὑμεῖς αὐτοί
τὴν ψῆφον μου θὰ χρησιμεύετε. Ἀστοί,
εἰς τὸν κατηγορούμενον ἐπιθυμῶ
πάντοτε νὰ χαρίζηται. Ἐν τῷ θυμῷ
τῆς Ἀθηνᾶς σας ἡ συγχώρησις οἰκεῖ
μεγάλη, ἀτερμάτιστος, προγονική,
ἔνστικτον ἐκ τῆς Μήτιδος, ἡ κορωνίς
σοφίας ὑπερτάτης ἐν τοῖς οὐρανοῖς.»




Τὸ Καλαμάρι

Τοῦ ποιητοῦ ἱερό, τίμιο καλαμάρι,
ποὺ ἀπὸ μέσα σου ἕνας κόσμος βγαίνει,
κάθε μορφὴ κοντὰ σ' ἐσένα σὰν πηγαίνει,
γυρίζει μὲ μιὰ κάποια νέα χάρι.
Ποῦ ηὗρε ἡ μελάνη σου τὰ μυθικά
τὰ πλούτη! Κάθε κόμπος της, εἰς τὸ χαρτὶ σὰν στάζει,
ἕνα διαμάντι περισσότερο μᾶς βάζει
μέσα στῆς φαντασίας τὰ διαμαντικά.

Τὰ λόγια ποιός σὲ δίδαξε ὁποὺ στὴν μέση
ρίχνεις τοῦ κόσμου, καὶ μᾶς ἐνθουσιάζουν·
καὶ τῶν παιδιῶν μας τὰ παιδιὰ θὰ τὰ διαβάζουν
μὲ τὴν ἰδία συγκίνησι καὶ ζέσι.

Αὐτὰ τὰ λόγια ποῦ τὰ βρῆκες ποὺ στ' αὐτιά μας
ἐνῷ ἠχοῦν σὰν πρωτοακουσμένα,
ὅμως δὲν φαίνονται καὶ ὅλως διόλου ξένα -
σ' ἄλλη ζωὴ θὰ τάξερε ἡ καρδιά μας.

Ἡ πέννα ὅπου βρέχεις, ὡσὰν δείκτης μοιάζει
ποὺ στὸ ρολόγι τῆς ψυχῆς γυρίζει.
Τῶν αἰσθημάτων τὰ λεπτὰ μετρᾶ κι' ὁρίζει,
ταῖς ὥραις τῆς ψυχῆς μετρᾶ κι' ἀλλάζει.

Τοῦ ποιητοῦ ἱερό, τίμιο καλαμάρι,
ποὺ ἀπ' τὴν μελάνη σου ἕνας κόσμος βγαίνει -
μ' ἔρχεται τώρα εἰς τὸ νοῦ πόσος θὰ μένη
κόσμος χαμένος μέσα σου, σὰν πάρη
τὸν ποιητὴ μιὰ νύκτα ὁ ὕπνος ὁ βαθύς.
Τὰ λόγια θάναι πάντα ἐκεῖ· ἀλλὰ ποιό ξένο χέρι
θὰ ἠμπορέση νὰ τὰ βρῇ νὰ μᾶς τὰ φέρη!
Ἐσύ, πιστὸ στὸν ποιητή, θὰ τ' ἀρνηθῇς.




Φωναί Γλυκεῖαι

Εἶν' αἱ γλυκύτεραι φωναὶ ὅσαι διὰ παντός
ἐσίγησαν, ὅσαι ἐντός
καρδίας μόνον λυπηρᾶς πενθίμως ἀντηχοῦσιν.

Ἐν τοῖς ὀνείροις ἔρχονται δειλαὶ καὶ ταπειναί
αἱ μελαγχολικαὶ φωναί,
καὶ φέρουν εἰς τὴν μνήμην μας τὴν τόσον ἀσθενῆ

ἀποθανόντας ἀκριβούς, οὖς κρύα κρύα γῆ
καλύπτει, καὶ δι ους αὐγή
ποτὲ δὲν λάμπει γελαστή, ἀνοίξεις δὲν ἀνθοῦσιν.

Στενάζουν αἱ μελωδικαὶ φωναὶ· κ' ἐν τῇ ψυχῇ
ἡ πρώτη ποίησις ἠχεῖ
τοῦ βίου μας - ὡς μουσική, τὴν νύκτα, μακρυνή.




Ἐλεγεία τῶν Λουλουδιῶν

Ὅσα λουλούδια ὑπάρχουν, τὸ καλοκαίρι ἀνθίζουν.
Κι' ἀπ' ὅλα τὰ λουλούδια τοῦ κάμπου φαίνεται
ἡ νεότης πιὸ ὡραία. Ἀλλὰ μαραίνεται
γρήγορα, καὶ σὰν πάει δὲν ξαναγένεται·
ἡ πασχαλι[αίς] μὲ τῆς δροσιᾶς τὰ δάκρυα τὴν ραντίζουν.

Ὅσα λουλούδια ὑπάρχουν, τὸ καλοκαίρι ἀνθίζουν.
Ἀλλὰ τὰ ἴδια μάτια δὲν τὰ κυττάζουνε.
Καὶ ἄλλα χέρια σ' ἄλλα στήθεια τὰ βάζουνε.
Ἔρχοντ' οἱ ἴδιοι μῆνες, πλὴν ξένοι μοιάζουνε·
τὰ πρόσωπα ἀλλάξαν καὶ δὲν τ' ἀναγνωρίζουν.

Ὅσα λουλούδια ὑπάρχουν, τὸ καλοκαίρι ἀνθίζουν.
Ἀλλὰ μὲ τὴν χαρά μας πάντα δὲν μένουνε.
Αὐτὰ ὁποὺ εὐφραίνουν, αὐτὰ πικραίνουνε·
κ' ἐπάνω εἰς τοὺς τάφους, ποὺ κλαῖμε, βγαίνουνε,
καθὼς τοὺς γελαστούς μας τοὺς κάμπους χρωματίζουν.

Πάλ' ἦλθε καλοκαίρι κ' οἱ κάμποι ὅλοι ἀνθίζουν.
Ἄλλ' ἀπ' τὸ παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Καὶ τὸ ὑαλὶ μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Τὸ πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυὰ τὰ κουρασμένα πόδια, δὲν μᾶς στηρίζουν.


Γιὰ μᾶς δὲν εἶναι φέτος ποὺ οἱ κάμποι ὅλοι ἀνθίζουν.
Λησμονημένου Αὐγούστου κρίνοι μας στέφουνε,
τ' ἀλλοτεινά μας χρόνια γοργὰ ἐπιστρέφουνε,
σκιαῖς ἀγαπημέναις γλυκά μας γνέφουνε
καὶ τὴν φτωχή μας τὴν καρδιὰ γλυκὰ ἀποκοιμίζουν.




Ὧραι Μελαγχολίας

Οἱ εὐτυχεῖς τὴν Φύσιν βεβηλοῦσι.
Τῆς λύπης εἶναι τέμενος ἡ γῆ.
Ἀγνώστου πόνου δάκρυ στάζει ἡ αὐγή·
αἱ ὀρφαναὶ ἑσπέραι αἱ χλωμαὶ πενθοῦσι·
καὶ ψάλλει θλιβερὰ ἡ ἐκλεκτὴ ψυχή.

Ἀκούω στεναγμοὺς ἐν τοῖς ζεφύροις.
Βλέπω παράπονον ἐπὶ τῶν ἴων.
Αἰσθάνομαι τοῦ ρόδου ἀλγεινὸν τὸν βίον·
μυστηριώδους λύπης τοὺς λειμῶνας πλήρεις·
κ' ἐντὸς τοῦ δάσους τοῦ πυκνοῦ λυγμὸς ἠχεῖ.

Τοὺς εὐτυχεῖς οἱ ἄνθρωποι τιμῶσι.
Καὶ τοὺς ὑμνοῦσι ψευδοποιηταί.
Αἱ πύλαι, πλήν, τῆς Φύσεως εἶναι κλεισταί
εἰς ὅσους ἀδιάφοροι, σκληροὶ γελῶσι,
γελῶσι ξένοι ἐν πατρίδι δυστυχεῖ.




Ὁ Οἰδίπους

Ἐγγράφη ἔπειτα ἀπὸ ἀνάγνωσιν περιγραφῆς τῆς ζωγραφιᾶς
«Ὁ Οἰδίπους καὶ ἡ Σφίγξ» του Γουσταύου Μορώ.

Ἐπάνω του ἡ Σφὶγξ εἶναι πεσμένη
μὲ δόντια καὶ μὲ νύχια τεντωμένα
καὶ μ' ὅλην τῆς ζωῆς τὴν ἀγριάδα.
Ὁ Οἰδίπους ἔπεσε στὴν πρώτη ὁρμή της,
τὸν τρόμαξεν ἡ πρώτη ἐμφάνισί της -
τέτοια μορφὴ καὶ τέτοιαν ὁμιλία
δὲν εἶχε φαντασθῇ ποτὲ ἕως τότε.
Μὰ μ' ὅλο ποὺ ἀκκουμπὰ τὰ δυό του πόδια
τὸ τέρας στοῦ Οἰδίποδος τὸ στῆθος,
συνῆλθε ἐκεῖνος γρήγορα - καὶ διόλου
τώρα δὲν τὴν φοβᾶται πιά, γιατί ἔχει
τὴν λύσιν ἕτοιμη καὶ θὰ νικήση.
Κι' ὅμως δὲν χαίρεται γι' αὐτὴν τὴν νίκη.
Τὸ βλέμμα του μελαγχολία γεμᾶτο
τὴν Σφίγγα δὲν κυττάζει, βλέπει πέρα
τὸν δρόμο τὸν στενὸ ποὺ πάει στὰς Θήβας,
καὶ ποὺ στὸν Κολωνὸ θ' ἀποτελειώση.
Καὶ καθαρὰ προαισθάνεται ἡ ψυχή του
ποὺ ἡ Σφὶγξ ἐκεῖ θὰ τὸν μιλήση πάλι
μὲ δυσκολώτερα καὶ πιὸ μεγάλα
αἰνίγματα ποὺ ἀπάντησι δὲν ἔχουν.




Ὠδὴ καὶ Ἐλεγεία τῶν Ὁδῶν

Τὸ περιπάτημα τοῦ πρώτου διαβάτου·
τοῦ πρώτου πωλητοῦ ἡ ζωηρὰ κραυγή·
τὸ ἄνοιγμα τῶν πρώτων παραθύρων,
τῆς πρώτης θύρας - εἶναι ἡ ὠδή,
ἢν ἔχουν τὴν πρωίαν αἱ ὁδοί.

Τὰ βήματα τοῦ τελευταίου διαβάτου·
τοῦ πωλητοῦ τοῦ τελευταίου ἡ κραυγή·
τὸ κλείσιμον θυρῶν καὶ παραθύρων -
εἶναι τῆς ἐλεγείας ἡ αὐδή,
ἢν ἔχουν τὴν ἑσπέραν αἱ ὁδοί.




Πλησίον Παραθύρου Ἀνοικτοῦ

Ἐν φθινοπωρινῆς νυκτὸς εὐδία,
πλησίον παραθύρου ἀνοικτοῦ,
ἐφ' ὥρας ὁλοκλήρους, ἐν τελείᾳ,
ἡδονικὴ κάθημαι ἡσυχία.
Τῶν φύλλων πίπτ' ἡ ἐλαφρὰ βροχή.

Ὁ στεναγμὸς τοῦ κόσμου τοῦ φθαρτοῦ
ἐν τῇ φθαρτῇ μου φύσει ἀντηχεῖ,
ἀλλ' εἶναι στεναγμὸς γλυκύς, ὑψοῦται ὡς εὐχή.
Ἀνοίγει τὸ παράθυρόν μου κόσμον
ἄγνωστον. Ἀναμνήσεων εὐόσμων,
ἀρρήτων μοὶ προσφέρεται πηγή.
Ἐπὶ τοῦ παραθύρου μου πτερά
κτυπῶσι - φθινοπωρινὰ πνεύματα δροσερά
εἰσέρχονται καὶ μὲ περικυκλοῦσι
κ' ἐν τῇ ἁγνῇ των γλώσση μοὶ λαλοῦσι.

Ἐλπίδας ἀορίστους καὶ εὐρείας
αἰσθάνομαι· κ' ἐν τῇ σεπτῇ σιγῇ
τῆς πλάσεως, τὰ ὦτα μου ἀκούουν μελωδίας,
ἀκούουν κρυσταλλίνην, μυστικήν
ἐκ τοῦ χοροῦ τῶν ἄστρων μουσικήν.




Ἕνας Ἔρως

Δὲν λιγοστεύ' ἡ συμφορὰ ὅσῳ καὶ ἂν τὴν λέγης.
Ἄλλ' εἶναι πόνοι ποὺ ἥσυχα μὲς στὴν καρδιὰ δὲν μένουν.
Διψοῦν μὲ τὸ παράπονο νὰ βγοῦν νὰ ξεθυμάνουν.

Ὁ Ἀντώνης μὲ ἀγάπησε κ' ἐγὼ τὸν ἀγαποῦσα.
Καὶ μ' ἔδωκε τὸν λόγο του πὼς ἄλλην δὲν θὰ πάρη!
Ἄλλ' ἤτανε πτωχὸς πολὺ κ' εἶχεν ὑπερηφάνεια.
Γι' αὐτὸ σηκώθη κ' ἔφυγε μ' ἕν' ἄτυχο καράβι
μὲ τὸν σκοπὸ νὰ βρῇ δουλειά, μιὰ τέχνη ν' ἀποκτήση.
Νὰ γίνη ναύτης ἤθελε, καὶ πλοίαρχος μιὰ μέρα,
κ' ἔπειτα νὰ στεφανωθῇ μ' ἥσυχη τὴν καρδιά του.

Ἄχ, μιὰ χρονιὰ δὲν σώθηκε· καὶ πέφτει ὁ πατέρας
καὶ σπάνει τὸ ποδάρι του καὶ τὸ δεξί του χέρι.
Ἀρρώστησεν ἡ μάνα μου. Ὅ,τι μᾶς εἶχε μείνει,
λίγο μπακίρι παλαιό, ἀσημικὸ ὀλίγο,
κάτι μικρὰ διαμαντικὰ ποὺ φύλαγ' ἡ μητέρα,
πουλήθηκαν γιὰ τίποτε.
Ἔγιν' ἡ συμφορά μας
ἡ ὁμιλία τοῦ χωριοῦ. Εἰς τὰ μεγάλα σπίτια
τὴν εἴδησί της ἔδωκαν, κι ἀπὸ τ' ἀρχοντικό του
συχνὰ ὁ Σταῦρος ἤρχονταν σὰν φίλος καὶ προστάτης
στὸ σπίτι μας... καὶ μ' ἔβλεπε μ' ἀγάπη μὲς στὰ μάτια.

Δὲν δοῦλεβ' ὁ πατέρας μου· ἡ μάνα δὲν κεντοῦσε.
Μέρα καὶ νύχτα δούλεβα καὶ ἔχυνα το φῶς μου
κι' ὡστόσο δὲν κατόρθωνα νὰ βγάλω τὸ ψωμί των.
Ὁ Σταῦρος ἦταν πλούσιος καὶ μὲ καρδιὰ μεγάλη.
Ἁπλᾶ - χωρὶς καυχήματα, χωρὶς κομποφανία -
καὶ μυστικά, τοὺς ἔδιδε τὰ μέσα καὶ τοὺς ζοῦσε.
Καὶ ἡ ψυχή μου χαίρονταν γιὰ τοὺς φτωχοὺς γονεῖς μου -
καὶ ἡ ψυχή μου ἔκλαιε γιὰ τὴν φτωχὴ ἐμένα.
Πολὺ καιρὸ δὲν ἄργησεν ἡ ἄτυχη ἡμέρα
ποὺ μὲς στὸν κάμπο στάθηκε κοντά μου, καὶ μὲ πῆρε
τὸ χέρι καὶ μὲ κύτταζε... Ἔτρεμα σὰν τὸ φύλλο
γιατ' ἤξευρα τί ἤθελε, καὶ δὲν τὸν ἀγαποῦσα...
Ἐδίσταζαν στὰ χείλη του τὰ λόγια - ὡς ποὺ εἶπε·
«Φρόσω, γιὰ τὸ χατίρι τους δὲν στέργεις νὰ μὲ πάρης;»

Ὄχι, μ' ἐφώναζ' ἡ καρδιὰ ζητῶντας τὸν Ἀντώνη.
Ἀλλὰ βαρυὰ σηκώθηκε Βοριᾶς ἀγριεμένος,
κ' ἔλεγαν τὸ καράβι του πὼς χάθηκε στὰ ξένα.
Ἄχ, πῶς ἐβγῆκε τὸ σκληρό, φαρμακευμένο ψέμα!...
Ἄχ, πῶς νὰ ζῶ ἡ δύστυχη νὰ κλαίω νύχτα, μέρα!...

Μ' ἔλεγε ὁ πατέρας μου πολλὰ γιὰ νὰ μὲ πείση.
Ἄλλ' ἡ καλὴ μητέρα μου δὲν μ' ἔλεγε μιὰ λέξι,
μόνο στὰ μάτια μ' ἔβλεπε, κ' ἡ λύπη καὶ ἡ φτώχεια
ἔτρεχαν ἀπὸ πάνω της. Ἔχασα κάθε θάρρος.
Δὲν βάσταξα. Τὸν ἔδωκα τὸ χέρι μου. Θαμμένη
βαθυὰ μέσα στὴν θάλασσα ἤτανε ἡ καρδιά μου.

Ὅλαις ἡ κόραις τοῦ χωριοῦ τὴν τύχην μου φθονοῦσαν
ποὺ ἔπαιρν' ἄνδρα πλούσιο καὶ ἄρχοντα μεγάλο,
ἐγὼ μιὰ κόρη χωρική, ἐγὼ φτωχειὰ μιὰ κόρη.

Δὲν εἶδε μεγαλύτερο γάμο ἀπ' τὸν δικό μας
ποτέ του τὸ χωριό. Μικροί, μεγάλοι μαζωχθήκαν
γιὰ νὰ ἰδοῦν τοῦ ἄρχοντα τὴν τυχερὴ τὴν νύφη.
Μὲ πασχαλιαὶς τὸν δρόμο μας ἔρραναν καὶ μὲ ρόδα.
Παντοῦ χοροὶ καὶ μουσικαῖς, τραγούδια καὶ τραπέζια.
Γιὰ μένα νύχτα ἤτανε. Μαῦρα φοροῦσαν ὅλα.

Τέσσαρες μῆνες πέρασαν μονάχα ποὺ τὸν πῆρα,
καὶ μιὰ βραδυὰ ποὺ ἔρημη στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου
στέκουμουν, βλέπω την σκια ἐμπρός μου τοῦ Ἀντώνη.
Μὲ φάνηκε σὰν ὄνειρο, δὲν πίστευα το φῶς μου·
ἕως ποὺ μ' εἴπ' «Ἀγάπη μου, γιατ' εἶσαι λυπημένη;
Τὰ βάσανά μας τέλεψαν, ἦλθα γιὰ νὰ σὲ πάρω.»

Πικρά, πικρὰ τὸν δέχθηκα καὶ τοῦ τὰ εἶπα ὅλα.
Καὶ ἔσφιξα τὰ χέρια του σὰν πρὶν μὲς στὰ δικά μου,
καὶ τὸν ἐφίλησα σὰν πρίν, κ' ἔκλαψα στὸν λαιμό του.
Εἶπα πὼς δὲν ἀγάπησα ἄλλον ἀπὸ ἐκεῖνον...
Τὸν εἶπα πὼς μέ 'γέλασαν, πὼς μὲς στὴν τρικυμία
ἐπίστεψα ποὺ πνίχθηκε... Πὼς μόνο γιὰ χατίρι
τῆς μάνας, τοῦ πατέρα μου πανδρεύθηκα... Μαζύ του
πὼς προτιμοῦσα βάσανα, φτώχεια, καὶ καταφρόνια,
ἀπ' ὅσα πλούτη ἔχ' ἡ γῆ ποὺ νὰ τὰ φέρνη ἄλλος...
Τὸν εἶπα πὼς τὸν ἀγαπῶ σὰν πρῶτα, μόνον τώρα
ὁ ἔρως μου εἶναι φωτιὰ ἄσβεστη ποὺ μὲ καίει,
τώρα ποὺ ξέρω πὼς ποτέ, ποτέ, ποτὲ δικός μου
δὲν θὲ νὰ γίνη καὶ ἐγὼ δική του... Καὶ τὸν εἶπα,
ἀπ' τὴν παληὰ ἀγάπη του ἂν ἔμεινε ὀλίγη,
νὰ ὁρκισθῇ νὰ μὴ μὲ διη ποτὲ πιὰ στὴν ζωή του...
Καὶ ἄλλα, ἄλλα ἔλεγα· ἄλλα ποὺ δὲν θυμοῦμαι.
Ἔκαιε τὸ κεφάλι μου. Μὲ ἔφευγε ὁ νοῦς μου.

Τώρα πιὰ ὅλα τέλεψαν. Ἐμαύρισ' ἡ ζωή μου.
Δὲν θάχη πιὰ ποτὲ χαρὰ γιὰ μέν' αὐτὸς ὁ κόσμος.
Ἂς μ' ἔπαιρνε ὁ θάνατος!... Ἀλλὰ πῶς νὰ πεθάνω-
ἔχω πληγὴ μὲς στὴν καρδιά, μὰ εἴμ' ἀκόμη νέα.




Μνήμη

Δὲν ἀποθνήσκουν οἱ θεοί. Ἡ πίστις ἀποθνήσκει
τοῦ ἀχαρίστου ὄχλου τῶν θνητῶν.
Εἶν' οἱ θεοὶ ἀθάνατοι. Ἀπὸ τὰ βλέμματά μας
τοὺς κρύπτουσι νεφέλαι ἀργυραί.
Ω Θεσσαλία ἱερά, Σὲ ἀγαπῶσιν ἔτι,
Σὲ ἐνθυμοῦνται αἱ ψυχαὶ αὐτῶν.
Ἐν τοῖς θεοῖς, ὡς ἐν ἡμῖν, ἀνθοῦσιν ἀναμνήσεις,
τῆς πρώτης των ἀγάπης οἱ παλμοί.
Ὅτε ἐρῶν τὸ λυκαυγὲς φιλεῖ τὴν Θεσσαλίαν,
σφρίγος ἀπὸ τὸν βίον τῶν θεῶν
περνᾶ τὴν ἀτμοσφαίραν της· καὶ κάποτ' αἰθερία
μορφὴ ἐπὶ τῶν λόφων της πετᾶ.




Ὁ Θάνατος τοῦ Αὐτοκράτορος Τακίτου

Εἶν' ἀσθενὴς ὁ αὐτοκράτωρ Τάκιτος.
Τὸ γῆρας του δὲν ἠδυνήθη τὸ βαθύ
τοὺς κόπους τοῦ πολέμου νὰ ἀντισταθῇ.
Εἰς μισητὸν στρατόπεδον κατάκοιτος,
εἰς τ' ἄθλια τὰ Τύανα -τόσῳ μακράν!-

τὴν φίλην ἐνθυμεῖται Καμπανίαν του,
τὸν κῆπον του, τὴν ἔπαυλιν, τὸν πρωινόν
περίπατον -τὸν βίον του πρὸ ἐξ μηνῶν.-
Καὶ καταρᾶται εἰς τὴν ἀγωνίαν του
τὴν Σύγκλητον, τὴν Σύγκλητον τὴν μοχθηράν.




Τὰ Δάκρυα τῶν Ἀδελφῶν τοῦ Φαέθοντος

Ὡς φῶς ἐν ὕλῃ, ὡς διαφανής
χρυσὸς ὁ ἤλεκτρος εἶναι ὁ τιμαλφής.-
Ὅτε ἀπαίσιος δύναμις ἐμμανής,
φθονοῦσα τὸν Φαέθοντα, ἐκ κορυφῆς

τὸν κατεκρήμνισε τῶν οὐρανῶν,
αἱ ἀδελφαὶ τοῦ ἦλθον μελανείμονες
εἰς τὸ ὑγρόν του μνῆμα, τὸν Ἠριδανόν,
κ' ἡμέραν, νύκτα ἔκλαιον αἱ τλήμονες.

Κ' ἐθρήνουν μετ' αὐτῶν ὅλ' οἱ θνητοί
τὴν ματαιότητα ὀνείρων ὑψηλῶν.
Ω τύχη ἄσπλαγχνος, ὦ μοῖρα μισητή,
ἔπεσεν ὁ Φαέθων ἐκ τῶν νεφελῶν!

Ἐντὸς τῶν ταπεινῶν μας ἑστιῶν
ἂς ζήσωμεν ὀλιγαρκεῖς καὶ ποταποί·
ἐκβάλωμεν τοὺς πόθους ἐκ τῶν καρδιῶν.
ἂς παύση πᾶσα πρὸς τὸν οὐρανὸν ροπή.

Ἔκλαιον πάντοτε αἱ δυστυχεῖς,
ἔκλαιον τοῦ Φαέθοντος αἱ ἀδελφαί,
κ' ἐπὶ ἑκάστης τοῦ Ἠριδανοῦ πτυχῆς
ἀντανεκλῶντο αἱ ὠχραὶ αὐτῶν μορφαί.

Ἐν ἄκρᾳ συγκινήσει τὰ σεπτά
δάκρυα τῶν νυμφῶν ἐδέχετο ἡ γῆ
καὶ ἐθησαύριζεν. Ὡς δ' ἔγιναν ἑπτά
ἡμέραι, κ' ἡ ὀγδόη ἔλαμψεν αὐγή,

εἰς αἰωνίαν παρεδόθησαν
στιλπνότητα τὰ κλαύματά των τὰ πολλά
κ' εἰς ἤλεκτρον λαμπρὸν μετεμορφώθησαν.
Ω λίθε ἐκλεκτέ! ὦ δάκρυα καλά!

Θρῆνος γενναῖος, θρῆνος ζηλευτός,
μεστὸς ἀγάπης καὶ μεστὸς μαρμαρυγῆς -
τίμιαι ἀδελφαί, μὲ δάκρυα φωτός
ἐκλάψατε τὸν κάλλιστον νέον τῆς γῆς.




Τὰ Βήματα τῶν Εὐμενίδων

Κοιμάτ' ὁ Νέρων ἐν τῷ ἀνακτόρῳ του
ἥσυχος, ἀσυνείδητος, καὶ εὐτυχής -
ἀκμαῖος ἐν τῇ εὐρωστίᾳ τῆς σαρκός
κ' ἐν τῷ ὡραίῳ σφρίγει τῆς νεότητος.

Ἀλλὰ οἱ Λάρητές του εἶν' ἀνήσυχοι.
Τρέμουσι τῆς ἑστίας οἱ μικροὶ θεοί,
καὶ τὰ ἀσήμαντά των σώματα ζητοῦν
νὰ κρύψουν, νὰ μικρύνουν, ν' ἀφανίσωσι.
Διότι ἤκουσαν κρότον ἀπαίσιον -
κρότον Ταρτάρειον, κρότον θανάσιμον -
ἐρχόμενον ἀπὸ τὴν κλίμακα, καὶ εὐθύς
οἱ δείλαιοι Λάρητες, μὲ λιπόθυμον
ὅλην τὴν ἀσθενῆ αὐτῶν θεότητα,
ἐμάντευσαν, ἠσθάνθησαν, ἐγνώρισαν
τὰ φοβερά των Εὐμενίδων βήματα.




Ἡ Ἀρχαία Τραγωδία

Ἡ ἀρχαία τραγωδία, ἡ ἀρχαία τραγωδία
εἶναι ἱερὰ κ' εὐρεῖα ὡς τοῦ σύμπαντος καρδία.
Τὴν ἐγέννησεν εἰς δῆμος, μία πόλις Ἑλληνίς,
ἀλλ' εὐθὺς ἐκείνη ἔπτη, κ' ἔστησεν ἐν οὐρανοῖς
τὴν σκηνήν

Ἐν θεάτρῳ Ὀλυμπίω, ἐν ἀξίᾳ των κονίστρα,
ὁ Ἱππόλυτος, ὁ Αἴας, Ἄλκηστις καὶ Κλυταιμνήστρα,
τὴν ζωήν μας διηγοῦνται τὴν δεινὴν καὶ τὴν κενήν
καὶ ἐλέους θείου πίπτει εἰς τὴν γῆν τὴν ἀλγεινήν
ἡ ρανίς.


Ὑπό την μικροτέραν τὴν μορφὴν τὴν τραγωδίαν
ἔβλεπε καὶ ἐθαύμαζε τῶν Ἀθηνῶν ὁ δῆμος.
Ἡ τραγωδία ἤκμαζεν ἐντός του σαπφειρίνου
θεάτρου τ' οὐρανοῦ. Ἐκεῖ ἀκροατάς της εἶχε
τοὺς ἀθανάτους. Κ' οἱ θεοί, ἐπὶ ἑδρῶν μεγάλων
ἐκ καθαροῦ ἀδάμαντος, ἤκουον ἐν ἀφάτῳ
εὐχαριστήσει τοὺς καλοὺς τοῦ Σοφοκλέους στίχους,
τοῦ Εὐριπίδου τοὺς παλμούς, τὸ ὕψος τοῦ Αἰσχύλου,
καὶ τοῦ λεπτοῦ Ἀγάθωνος Ἀτθίδας φαντασίας.
Ἀντάξιοι ὑποκριταὶ τῶν ὑψηλῶν δραμάτων
ἦσαν αἱ Μοῦσαι, ὁ Ἑρμῆς καὶ ὁ σοφὸς Ἀπόλλων,
ὁ προσφιλὴς Διόνυσος, ἡ Ἀθηνᾶ κ' ἡ Ἥβη.
Καὶ ἐπληροῦντο τ' οὐρανοῦ μὲ ποίησιν οἱ θόλοι·
ἀντήχουν οἱ μονόλογοι, εὔγλωττοι καὶ πενθοῦντες·
καὶ οἱ χοροί, ἀκένωτοι πηγαὶ τῆς ἁρμονίας·
κ' οἱ εὐφυεῖς διάλογοι μὲ τὰς βραχείας φράσεις.
Ἡ φύσις ὅλη εὐλαβὴς ἐσίγα, μὴ ταράξη
τὴν θεσπεσίαν ἑορτὴν θόρυβος τρικυμίας.
Ἀκίνητοι καὶ εὐλαβεῖς, ἀήρ, καὶ γῆ, καὶ πόντος
ἐφρούρουν τῶν μεγάλων τῶν θεῶν τὴν ἠρεμίαν.
Καὶ κάποτε τοῖς ἤρχετο ἠχῶ ἀπὸ τὰ ἄνω,
ὀλίγων στίχων ἔπνεεν ἄϋλος ἀνθοδέσμη,
μὲ «Εὖγε, εὖγε» τῶν θεῶν, τρίμετροι μεμιγμένοι.
Κ' ἔλεγεν ὁ ἀὴρ τὴ γῆ, κ' ἡ γραῖα γῆ τῷ πόντῳ·
«Σιγή, σιγὴ· ἀκούσωμεν. Ἐντὸς τοῦ οὐρανίου
θεάτρου, τὴν παράστασιν τελοῦν τῆς Ἀντιγόνης.»


Ἡ ἀρχαία τραγωδία, ἡ ἀρχαία τραγωδία
εἶναι ἱερὰ κ' εὐρεῖα ὡς τοῦ σύμπαντος καρδία.
Τὴν ἐγέννησεν εἰς δῆμος, μία πόλις Ἑλληνίς,
ἀλλ' εὐθὺς ἐκείνη ἔπτη, κ' ἔστησεν ἐν οὐρανοῖς,
τὴν σκηνήν.

Ἐν θεάτρῳ Ὀλυμπίω, ἐν ἀξίᾳ των κονίστρα,
ὁ Ἱππόλυτος, ὁ Αἴας, Ἄλκηστις καὶ Κλυταιμνήστρα,
διηγοῦνται τὴν ζωήν μας τὴν δεινὴν καὶ τὴν κενήν
καὶ ἐλέους θείου πίπτει εἰς τὴν γῆν τὴν ἀλγεινήν
ἡ ρανίς.




Ὁ Ὁράτιος ἐν Ἀθήναις

Εἰς τῆς ἑταίρας Λέας τὸ δωμάτιον,
ὅπου κομψότης, πλοῦτος, κλίνη ἁπαλή,
νέος, μὲ ἰάσμας εἰς τὰς χεῖρας, ὁμιλεῖ.
Κοσμοῦσι τοὺς δακτύλους του λίθοι πολλοί,

κ' ἐκ σηρικοῦ λευκοῦ φορεῖ ἱμάτιον
μὲ ἀνατολικὰ κεντήματ' ἐρυθρά.
Ἡ γλῶσσα τοῦ εἶν' Ἀττικὴ καὶ καθαρά,
ἀλλ' ἐλαφρός τις τόνος ἐν τῇ προφορά

τὸν Τίβεριν προδίδει καὶ τὸ Λάτιον.
Ὁ νέος τὴν ἀγάπην του ὁμολογεῖ,
κ' ἡ Ἀθηναία τὸν ἀκούει ἐν σιγῇ

τὸν εὔγλωττόν της ἐραστὴν Ὁράτιον·
κ' ἔκθαμβος βλέπει νέους κόσμους τοῦ Καλοῦ
ἐντὸς τοῦ πάθους τοῦ μεγάλου Ἰταλοῦ.




Φωνή ἀπ’ τὴν Θάλασσα

Βγάζει ἡ θάλασσα κρυφὴ φωνή -
φωνὴ ποὺ μπαίνει
μὲς στὴν καρδιά μας καὶ τὴν συγκινεῖ
καὶ τὴν εὐφραίνει.

Τραγούδι τρυφερὸ ἡ θάλασσα μᾶς ψάλλει,
τραγούδι ποὺ ἔκαμαν τρεῖς ποιηταὶ μεγάλοι,
ὁ ἥλιος, ὁ ἀέρας καὶ ὁ οὐρανός.
Τὸ ψάλλει μὲ τὴν θεία της φωνὴ ἐκείνη,
ὅταν στοὺς ὤμους της ἁπλώνει τὴν γαλήνη
σὰν φόρεμά της ὁ καιρὸς ὁ θερινός.

Φέρνει μηνύματα εἰς ταῖς ψυχαῖς δροσάτα
ἡ μελωδία της. Τὰ περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρὶς πίκρα καὶ χωρὶς καϋμό.
Οἱ περασμένοι ἔρωτες κρυφομιλοῦνε,
αἰσθήματα λησμονημένα ξαναζοῦνε
μὲς στῶν κυμάτων τὸν γλυκὸν ἀνασασμό.

Τραγούδι τρυφερὸ ἡ θάλασσα μᾶς ψάλλει,
τραγούδι ποὺ ἔκαμαν τρεῖς ποιηταὶ μεγάλοι,
ὁ ἥλιος, ὁ ἀέρας καὶ ὁ οὐρανός.
Καὶ σὰν κυττάζεις τὴν ὑγρή της πεδιάδα,
σὰν βλέπεις τὴν ἀπέραντή της πρασινάδα,
τὸν κάμπο της ποῦναι κοντὰ καὶ τόσο μακρυνός,

γεμᾶτος μὲ λουλούδια κίτρινα ποὺ σπέρνει
τὸ φῶς σὰν κηπουρός, χαρὰ σὲ παίρνει
καὶ σὲ μεθᾶ, καὶ σὲ ὑψώνει τὴν καρδιά.

Κι' ἂν ἦσαι νέος, μὲς σταὶς φλέβες σου θὰ τρέξη
τῆς θάλασσας ὁ πόθος· θὰ σέ 'πῇ μιὰ λέξι
τὸ κῦμα ἀπ' τὸν ἔρωτά του, καὶ θὰ βρέξη
μὲ μυστικὴ τὸν ἔρωτά σου μυρωδιά.


Βγάζει ἡ θάλασσα κρυφὴ φωνή -
φωνὴ ποὺ μπαίνει
μὲς στὴν καρδιά μας καὶ τὴν συγκινεῖ
καὶ τὴν εὐφραίνει.

Τραγούδι εἶναι, ἢ παράπονο πνιγμένων;-
τὸ τραγικὸ παράπονο τῶν πεθαμένων,
ποὺ σάβανό των ἔχουν τὸν ψυχρὸν ἀφρό,
καὶ κλαῖν γιὰ ταῖς γυναίκας των, γιὰ τὰ παιδιά των,
καὶ τοὺς γονεῖς των, γιὰ τὴν ἔρημη φωλιά των,
ἐνῷ τοὺς παραδέρνει πέλαγο πικρό,

σὲ βράχους καὶ σὲ πέτραις κοφτεραὶς τοὺς σπρώχνει,
τοὺς μπλέκει μὲς στὰ φύκια, τοὺς τραβᾶ, τοὺς διώχνει,
κ' ἐκεῖνοι τρέχουνε σὰν νάσαν ζωντανοί
μὲ ὁλάνοιχτα τὰ μάτια τρομαγμένα,
καὶ μὲ τὰ χέρια των ἄγρια, τεντωμένα,
ἀπὸ τὴν ἀγωνία των την ὑστερνή.

Τραγούδι εἶναι, ἢ παράπονο πνιγμένων;-
τὸ τραγικὸ παράπονο τῶν πεθαμένων
ποὺ κοιμητήριο ποθοῦν χριστιανικό.
Τάφο, ποὺ συγγενεῖς μὲ δάκρυα ραντίζουν,
καὶ μὲ λουλούδια χέρια προσφιλῆ στολίζουν,
καὶ ποὺ ὁ ἥλιος χύνει φῶς ζεστὸ κ' εὐσπλαγχνικό.

Τάφο, ποὺ ὁ πανάχραντος Σταυρὸς φυλάει,
ποὺ κάποτε κανένας ἱερεὺς θὰ πάη,
θυμίαμα νὰ κάψη καὶ νά 'πῇ εὐχή.
Χήρα τὸν φέρνει ποὺ τὸν ἄνδρα της θυμᾶται
ἢ υἱός, ἢ κάποτε καὶ φίλος ποὺ λυπᾶται.
Τὸν πεθαμένο μνημονεύουν· καὶ κοιμᾶται
πιὸ ἥσυχα, συγχωρεμένη ἡ ψυχή.




Οἱ Ταραντίνοι Διασκεδάζουν

Θέατρα πλήρη, πανταχόθεν μουσική·
ἐδῶ κραιπάλη καὶ ἀσέλγεια, κ' ἐκεῖ
ἀθλητικοὶ ἀγῶνες καὶ σοφιστικοί.
Τοῦ Διονύσου τ' ἄγαλμα κοσμεῖ ἀμάραντος
στέφανος. Μία κώχη γῆς δὲν μένει ἄρραντος
σπονδῶν. Διασκεδάζουν οἱ ἀστοί του Τάραντος.

Ἄλλ' ἀπ' αὐτὰ ἀπέρχοντ' οἱ Συγκλητικοί
καὶ σκυθρωποὶ πολλὰ ὀργίλα ὁμιλοῦν.
Κ' ἑκάστη τόγα φεύγουσα βαρβαρική
φαίνεται νέφος καταιγίδα ἀπειλοῦν.

Ἡ Κηδεία τοῦ Σαρπηδόνος

Εἶν' ἡ καρδία τοῦ Διὸς πλήρης ὀδύνης.
Ὁ Πάτροκλος ἐφόνευσε τὸν Σαρπηδόνα.

Βουλὴν τῆς Μοίρας ἐσεβάσθη ὁ Θεός.
Ἄλλ' ὁ πατὴρ θρηνεῖ τὴν δυστυχίαν του.

Τοῦ Μενοιτίου ὁ υἱὸς ἀνίκητος,
οἱ Ἀχαιοὶ ὡς λέοντες βρυχώμενοι,
ζητοῦσι τὸν νεκρὸν ν' ἁρπάξουν, καὶ βοράν
εἰς κόρακας κ' εἰς κύνας νὰ τὸν ρίψωσιν.

Ἀλλὰ ὁ Ζεὺς δὲν στέργει τὴν ταπείνωσιν.
Τοῦ προσφιλοῦς καὶ τιμημένου τοῦ υἱοῦ
τὸ σῶμα δὲν θ' ἀφίση νὰ ὑβρίσωσιν.

Ἰδοὺ ἀπὸ τὸ ἅρμα του κατέρχεται
ἐπὶ τῆς γῆς ὁ Φοῖβος, δία ἐντολή.
Τοῦ Σαρπηδόνος τὸν νεκρὸν αἱ θεϊκαί
χεῖρες του σώζουσι, καὶ εἰς τὸν ποταμόν
τὸν φέρουσι καὶ εὐλαβῶς τὸν νίπτουσι.
Πλύνετ' ἡ κόνις καὶ τὸ αἷμα τὸ πηκτόν,
καὶ τοῦ δικαίου καὶ ἀνδρείου ἥρωος
ἡ φυσιογνωμία ἀναφαίνεται.
Τῆς ἀμβροσίας χύνει τὰ ἀρώματα
ἐπὶ τοῦ πτώματος ὁ Φοῖβος δαψιλώς
καὶ τὸ περικαλύπτει μὲ Ὀλύμπια,
ἀθάνατα φορέματα. Τοῦ στήθους του
κλείει την χαίνουσαν πληγήν. Σχηματισμόν
ἤρεμον κ' εὔχαριν δίδ' εἰς τὰ μέλη του.
Τὸ δέρμα του λαμπρύνεται. Κτεὶς φωτερά
τὴν κόμην του κτενίζει, κόμην ἄφθονον
καὶ μέλαιναν, ἢν ἔτι δὲν ἠτίμασε
λευκή τις θρίξ.
Ὡς νέος φαῖνετ' ἀθλητής
ἀναπαυόμενος - ὡς νέος ἐραστής
ὀνειρευόμενος χαρὰν καὶ ἔρωτας
μὲ κυανᾶ πτερὰ καὶ μὲ οὐράνια
τόξα - ὡς νέος καὶ εὐδαίμων σύζυγος,
ἐν πᾶσι του τοῖς συνηλίκοις τυχηρός,
καλὴν κερδίσας νύμφην καὶ ἀνάεδνον.

Τὴν ἐντολήν του περατώσας ὁ Θεός,
τὸν Ὕπνον καὶ τὸν Θάνατον, τοὺς ἀδελφούς,
καλεῖ, καὶ διατάττει εἰς τὴν ἐκτενῆ
Λυκίαν νὰ μεταφερθῇ ὁ Σαρπηδῶν.

Ὡς ἐν ἀγκάλαις πατρικαῖς καὶ τρυφεραῖς
τὸν ἔλαβον ὁ Ὕπνος καὶ ὁ Θάνατος
μὲ λύπην καὶ ἀγάπην καὶ μὲ προσοχήν
μὴ τοῦ νεκροῦ προσώπου διαταραχθῇ
ἡ σοβαρὰ γαλήνη, μὴ τοῦ ἀνδρικοῦ
σώματος ἡ μεγαλοπρέπεια βλαβῇ.

Οἱ Λύκιοι βαθέως προσεκύνησαν
τῆς φοβερᾶς ἀναισθησίας τοὺς Θεούς,
καὶ τὸν καλόν τον ἄνακτα παρέλαβον
νεκρὸν τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ τὴν μορφὴν λαμπρόν,
ἀκμαῖον, καὶ εὐώδη, καὶ γαλήνιον.

Μνημεῖον τῷ ἀνήγειραν μαρμάρινον,
κ' ἐπὶ τῆς βάσεώς του μὲ ἀναγλυφάς
ἔμπειροι γλύπται ἐξιστόρησαν τὰς νίκας
τοῦ ἥρωος καὶ τὰς πολλάς του ἐκστρατείας.

Κωνσταντῖνος Καβάφης